Η απώλεια, όταν είναι συλλογική, γίνεται μυστήριο. Δεν είναι απλώς η απουσία ενός σώματος, αλλά το ρήγμα στην ίδια την εμπιστοσύνη του κόσμου. Ο άνθρωπος ζει επειδή πιστεύει ότι ο δρόμος θα τον οδηγήσει στον προορισμό του, ότι η νύχτα θα παραδώσει τη θέση της στην αυγή, ότι το αύριο δεν θα είναι προδοσία του σήμερα. Όταν αυτή η πίστη τραυματίζεται, η ψυχή στέκεται γυμνή μπροστά στο ερώτημα του Ιώβ: «Γιατί;»
Και όμως, η θεολογία δεν γεννήθηκε από την ασφάλεια, αλλά από το τραύμα. Η πιο αυθεντική προσευχή δεν είναι εκείνη που ψιθυρίζεται σε ώρες γαλήνης, αλλά εκείνη που αναδύεται μέσα από τα συντρίμμια της βεβαιότητας. Ο Θεός της παράδοσης δεν είναι απρόσιτος παρατηρητής· είναι ο Θεός που σταυρώνεται μαζί με τον άνθρωπο, που δεν ακυρώνει τον πόνο, αλλά τον διαπερνά με την υπόσχεση της Ανάστασης. Η δικαίωση, λοιπόν, δεν είναι μόνον ανθρώπινο αίτημα· είναι οντολογική απαίτηση της δημιουργίας. Είναι η κραυγή της ύλης που δεν αντέχει την αδικία ως τελικό λόγο.
Πενήντα επτά ψυχές. Καθεμία ένα άπειρο. Ο άνθρωπος δεν μετριέται· δεν αποτιμάται· δεν υπολογίζεται. Είναι εικόνα του Απείρου, και γι’ αυτό κάθε απώλεια έχει κοσμικές διαστάσεις. Όταν φεύγει ένας, φτωχαίνει ο κόσμος. Όταν φεύγουν πολλοί, η ανθρωπότητα αισθάνεται ότι κάτι από την ίδια της την ουσία διαρρηγνύεται. Και τότε η δικαίωση δεν είναι ζήτημα τιμωρίας· είναι ζήτημα αποκατάστασης του νοήματος.
Η φιλοσοφία, από την άλλη, μας διδάσκει ότι η ύπαρξη είναι εύθραυστη. Ο Χάιντεγκερ μίλησε για το «είναι προς θάνατον», μα ίσως δεν τόνισε αρκετά το «είναι προς τον άλλον». Διότι ο θάνατος γίνεται αβάσταχτος όχι μόνο επειδή διακόπτει το βιολογικό νήμα, αλλά επειδή διαλύει σχέσεις. Κάθε ψυχή που χάνεται αφήνει πίσω της ένα σύμπαν από ανεκπλήρωτες συνομιλίες, από αγκαλιές που δεν θα δοθούν, από λέξεις που δεν θα ειπωθούν ποτέ. Η τραγωδία δεν είναι αφηρημένη· είναι η άδεια καρέκλα στο τραπέζι, το τηλέφωνο που δεν θα ξαναχτυπήσει, το δωμάτιο που θα μείνει σιωπηλό.
Κι όμως, μέσα στη σιωπή γεννιέται η ευθύνη. Η δικαίωση δεν είναι κραυγή οργής· είναι δέσμευση ζωής. Είναι η απόφαση να μην αφήσουμε τον θάνατο να έχει τον τελευταίο λόγο. Να μεταμορφώσουμε τη μνήμη σε φροντίδα, την οδύνη σε εγρήγορση, την απώλεια σε βαθύτερη συνείδηση του τι σημαίνει να είμαστε άνθρωποι. Αν η τραγωδία μας απογυμνώνει, η αγάπη μας επανασυστήνει.
Η θεολογία μιλά για κοινωνία προσώπων. Ο άνθρωπος δεν σώζεται μόνος· σώζεται "εν σχέσει". Ίσως λοιπόν η βαθύτερη δικαίωση να είναι η ανακάλυψη ότι ο πόνος του ενός είναι ευθύνη του άλλου. Ότι καμία ζωή δεν είναι περιττή, καμία ψυχή δεν χάνεται στη λήθη, εφόσον υπάρχει κάποιος που την μνημονεύει. Η μνήμη γίνεται λειτουργία, μια άτυπη Θεία Λειτουργία της ιστορίας, όπου κάθε όνομα προφέρεται με σεβασμό, σαν να είναι ιερό.
Η ημερομηνία χαράσσεται στον χρόνο σαν πληγή. Μα οι πληγές, όταν δεν κρύβονται, γίνονται παράθυρα. Από εκεί περνά το φως της επίγνωσης ότι η ζωή δεν είναι δεδομένη, ότι η ύπαρξη είναι δώρο εύθραυστο και ανεκτίμητο. Και τότε η δικαίωση παύει να είναι σύνθημα· γίνεται τρόπος ύπαρξης. Γίνεται η αδιάκοπη προσπάθεια να ζούμε με περισσότερη προσοχή, περισσότερη ευθύνη, περισσότερη αγάπη.
Πενήντα επτά χαμένες ψυχές ζητούν δικαίωση. Μα ίσως, στο μυστικό βάθος της σιωπής, μας ζητούν και κάτι ακόμη: να μη συνηθίσουμε τον θάνατο. Να μη μετατρέψουμε την τραγωδία σε στατιστική. Να θυμόμαστε ότι κάθε άνθρωπος είναι ανεπανάληπτος, και ότι η αλήθεια της ύπαρξης δεν συνθηκολογεί με την αδιαφορία.
Αν υπάρχει ελπίδα, δεν βρίσκεται στην άρνηση του πόνου, αλλά στην απόφαση να τον μεταμορφώσουμε σε αγάπη. Και τότε, η δικαίωση δεν θα είναι απλώς απάντηση σε μια ημερομηνία· θα είναι υπόσχεση προς το μέλλον. Μια υπόσχεση ότι η ζωή όσο εύθραυστη κι αν είναι αξίζει να προστατεύεται με ιερότητα, σαν να κρατάμε στα χέρια μας το ίδιο το μυστήριο της δημιουργίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου