Καθημαγμένος είναι κυριολεκτικά ο καταματωμένος. Πρόκειται για μετοχή παρακειμένου του αρχαίου ρήματος καθαιμάσσω. Ετυμολογία: κατά (καθ')+ αιμάσσω = ματώνω, κηλιδώνω με αίμα. Σήμερα βέβαια από το αρχαίο ρήμα «καθαιμάσσω» χρησιμοποιείται μόνο η ανωτέρω μετοχή και μάλιστα όχι μόνο για τον καταματωμένο, αλλά και για αυτόν που έχει νωπά τα ίχνη του μαρτυρίου του, τον ρημαγμένο, τον κατεστραμμένο.
Ας θυμηθούμε και την πιο κάτω φράση από την τραγωδία του Ευριπίδη «Ορέστης». Πρόκειται για φράση που απηύθυνε ο Ορέστης σε έναν έντρομο Φρύγα δούλο: «Μῶρος, εἰ δοκεῖς με τλῆναι σὴν καθαιμάξαι δέρην·» (Μετάφραση: Ανόητος είσαι, αν νομίζεις ότι θα καταδεχτώ να βάψω με αίμα τον λαιμό σου).
Πηγή-Λεξικό του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη (Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου