Η μικρή Ειρήνη από πολύ νωρίς εκδήλωσε την ιδιαίτερη αγάπη της προς τον Ιησού Χριστό – «Χριστώ επεπόθησας εκ νεότητος» (στιχ. εσπ.), σημειώνει ο όσιος υμνογράφος της Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης - ποθώντας να ασπαστεί τον μοναχικό βίο, κάτι που δεν κατέστη δυνατόν, γιατί οι γονείς της την πάντρεψαν (1882) μ’ έναν ναυτικό Χιώτη, που έτυχε να βρεθεί στην Κίμωλο. Αλλά οι βουλές του Κυρίου ήταν διαφορετικές. Ο σύζυγός της ναυάγησε στις ακτές της Μικράς Ασίας μετά από κάποιο διάστημα από τον γάμο της, οπότε η Ειρήνη, με τη βοήθεια του πνευματικού της, ιερέα Γεωργίου Λογοθέτη, νιώθει ότι η ώρα της πλήρους αφιερώσεως στον Κύριο έφτασε.
Ο αρχιεπίσκοπος Σύρου Μεθόδιος τη χειροθετεί, στον ναό της Παναγίας της Οδηγήτριας, μοναχή, δίνοντάς της και το δικό του όνομα, κι έτσι η Μεθοδία πια αναλαμβάνει με μεγάλη χαρά και ορμή ψυχής όλους τους κόπους της ασκητικής πνευματικής ζωής, «τη των οσίων στοιχούσα θεοειδεί βιοτή» (στ.εσπ.).
Το (μέσα) Κάστρο της Κιμώλου, σ’ ένα μικρό κελί στο Στιάδι, «εν μικρώ οικίσκω» (ωδή δ΄), δίπλα από τον Ναό της Γεννήσεως του Κυρίου, γίνεται ο τόπος των ασκητικών γυμνασμάτων της. Νηστεία, αγρυπνία, προσευχή, πνευματική μελέτη, ήταν ό,τι καθημερινά έβλεπαν οι άγιοι άγγελοι του Κυρίου και ευφραίνονταν, ενώ οι δαίμονες καταισχύνονταν, γιατί μία νεαρή γυναίκα υποσκέλιζε με τη χάρη του Κυρίου όλα τα τεχνάσματά τους. Τα άγια μυστήρια της Εκκλησίας μας ήταν από την άλλη η εντρύφηση, η ενίσχυση, η παρηγοριά και η χαρά της, τα οποία ελάμβανε εκκλησιαζόμενη τακτικά μέσα στο ιερό Βήμα του Ναού που χειροθετήθηκε σε μοναχή.
«Ὅλην σου τὴν ἔφεσιν, ἀπὸ νεότητος Μῆτερ, Χριστῷ ἀνατέθηκας, καὶ Αὐτοῦ τοῖς ἴχνεσιν ἠκολούθησας, τὴν φθαρτὴν μέριμναν, ἀπαρνησαμένη, καὶ νηστείαις καὶ δεήσεσι, σαρκὸς τὸ φρόνημα, ἅπαν Μεθοδία ἐνέκρωσας, τὴν δὲ ψυχὴν ἐπτέρωσας, κάλλος πρὸς τὸ θεῖον καὶ ἄχραντον» (Όλη τη δύναμη της ψυχής σου την κατέθεσες από τη νεότητά σου στον Χριστό και τα ίχνη Αυτού ακολούθησες, απαρνούμενη τις επίγειες μέριμνες. Με νηστείες και δεήσεις δε κάθε σαρκικό αμαρτωλό φρόνημα το νέκρωσες, Μεθοδία, ενώ έδωσες φτερά στην ψυχή σου για να ανεβαίνει προς το θείο και άχραντο κάλλος του Χριστού» (απ. εσπ.), ανακράζει με δέος ο άγιος υμνογράφος.
Δεν ήταν όμως μόνο τα ασκητικά παλαίσματα της οσίας το θαυμαστό της ζωής της. Χωρίς να υπάρχει γι’ αυτήν το πλαίσιο ενός κοινοβίου ή μίας μικρής έστω αδελφότητας, ο Κύριος και η αγαπημένη της Παναγία την καθοδηγούσαν «εις νομάς σωτηρίους», ωθώντας της παράλληλα με τα μοναχικά καθήκοντα και σε ιδιότυπη θα έλεγε κανείς ιεραποστολική δράση.
«Ὅλην σου τὴν ἔφεσιν, ἀπὸ νεότητος Μῆτερ, Χριστῷ ἀνατέθηκας, καὶ Αὐτοῦ τοῖς ἴχνεσιν ἠκολούθησας, τὴν φθαρτὴν μέριμναν, ἀπαρνησαμένη, καὶ νηστείαις καὶ δεήσεσι, σαρκὸς τὸ φρόνημα, ἅπαν Μεθοδία ἐνέκρωσας, τὴν δὲ ψυχὴν ἐπτέρωσας, κάλλος πρὸς τὸ θεῖον καὶ ἄχραντον» (Όλη τη δύναμη της ψυχής σου την κατέθεσες από τη νεότητά σου στον Χριστό και τα ίχνη Αυτού ακολούθησες, απαρνούμενη τις επίγειες μέριμνες. Με νηστείες και δεήσεις δε κάθε σαρκικό αμαρτωλό φρόνημα το νέκρωσες, Μεθοδία, ενώ έδωσες φτερά στην ψυχή σου για να ανεβαίνει προς το θείο και άχραντο κάλλος του Χριστού» (απ. εσπ.), ανακράζει με δέος ο άγιος υμνογράφος.
Δεν ήταν όμως μόνο τα ασκητικά παλαίσματα της οσίας το θαυμαστό της ζωής της. Χωρίς να υπάρχει γι’ αυτήν το πλαίσιο ενός κοινοβίου ή μίας μικρής έστω αδελφότητας, ο Κύριος και η αγαπημένη της Παναγία την καθοδηγούσαν «εις νομάς σωτηρίους», ωθώντας της παράλληλα με τα μοναχικά καθήκοντα και σε ιδιότυπη θα έλεγε κανείς ιεραποστολική δράση.
Γιατί ενώ ζούσε ως έγκλειστη, χωρίς να εξέρχεται του ασκηταριού της, «μαγνήτιζε» όλους τους Κιμωλίους, ιδίως τις γυναίκες, ώστε να την επισκέπτονται και να παίρνουν δύναμη και κουράγιο για τα δικά τους προβλήματα. Ό,τι ο ίδιος ο Κύριος απεκάλυψε, ότι δηλαδή όταν υψωθεί πάνω στον Σταυρό, τότε θα ελκύσει τους πάντες σ’ Αυτόν, το ίδιο συνέβαινε και με την οσία μοναχή, επιβεβαιώνοντας και με τον τρόπο αυτόν την πράγματι σταυρική και ασκητική πορεία της ζωής της. Και τι έκανε η οσία; Πρόσφερε λαδάκι στους προσερχόμενους πιστούς προς επάλειψή τους για τα σωματικά και ψυχικά αρρωστήματά τους, από το καντηλάκι που έκαιγε αδιάκοπα μπροστά στην εικόνα της Παναγίας - οι μαρτυρίες πολλών Κιμωλίων ότι θεραπεύτηκαν καθώς αλείφθηκαν από το λαδάκι αυτό είναι πάμπολλες και συγκινητικές.
Αλλά πρόσφερε επίσης και το «λαδάκι» του αγιασμένου λόγου της. Βλέποντας τη δίψα του λαού του Θεού, κυρίως των γυναικών, σαν μία από τις παλαιές αμμάδες τους Γεροντικού, τις μιλούσε για το «ζωντανό ύδωρ» που δίνει ο Κύριος, όταν ο άνθρωπος παραμένει αταλάντευτα πάνω στις διδαχές και της διδασκαλία Του. «Η σωτηρία της ψυχής» είναι ο σκοπός μας, τόνιζε. «Να μην αφήνουμε να μας νικάει ο πεσμένος στην αμαρτία κόσμος και να μας παρασύρει στις κακές επιθυμίες και τις πράξεις του». Η οσία εξέφραζε αυτό που την είχε «καταλάβει»: ο θείος έρωτας, ο ζήλος για τον Κύριο, κι αυτό προσπαθούσε να εμφυσήσει και στις θεωρούμενες μαθήτριές της. «Τω οικείω παραδείγματι επαίδευσας των φαύλων απέχεσθαι τους προσιόντας σοι» (με το παράδειγμά σου εκπαίδευσες αυτούς που σε πλησίαζαν να μένουν μακριά από κάθε τι πονηρό) (λιτή).
Κι η ασκητική βιοτή της συνεργούσε στο έπακρο με τον λόγο της. Γιατί η οσία, ζώντας σταυρικά και ασκητικά και δεχόμενη τις ελλάμψεις της θείας χάριτος στην καθαρή καρδιά της, άπλωνε τις ακτίνες αυτές της χάριτος ως «σάρκα» στους επισκέπτες της. Το βλέπανε και το ξέρανε: κοιμόταν η Μεθοδία σε κλίνη ξύλινη χωρίς στρώμα, το φαγητό της ήταν λιτότατο, ό,τι τις έδιναν από την αγάπη τους το πρόσφερε αμέσως στους πτωχούς και τους ασθενείς – «Θεού το πλούσιον έλεος, οσία, μιμουμένη, εκάστοτε α σοι προσέφερον, γνώμη τελεία διένεμες τοις χρήζουσι» (ωδή στ΄) -, ενώ πολλαπλασίαζε τους αγώνες της κατά τη Μεγάλη Σαρακοστή. Τότε μάλιστα δεν δεχόταν καμία επίσκεψη, ενώ το «ευλογημένο έλαιον» του καντηλιού της το έδινε από ένα μικρό παραθυράκι για τους αναγκεμένους αδελφούς της. Μόνο τις Κυριακές το ασκηταριό της γινόταν, καθώς γράφηκε, «Εκκλησία» από τη σύναξη των «μαθητριών» της, που δέχονταν τον λόγο της ως μάνα εξ ουρανού.
Πώς να μην αγαπήσουν και να μη σεβαστούν οι ευσεβείς κάτοικοι της Κιμώλου, και όχι μόνον, τον άνθρωπο αυτόν του Θεού; Η αίσθησή τους ήταν εκείνο που συχνά καταγράφεται από τους υμνογράφους μας για τους αγίους μας: «ουράνωσαν τη γη!» ή όπως το διατυπώνει ο δικός της άγιος υμνογράφος υπήρξε «λαμπάς θεοφεγγής εν τη σκοτία του παρόντος αιώνος» (λιτή), μια λαμπάδα που έφεγγε στο σκοτάδι ήταν η οσία!
Κι η ασκητική βιοτή της συνεργούσε στο έπακρο με τον λόγο της. Γιατί η οσία, ζώντας σταυρικά και ασκητικά και δεχόμενη τις ελλάμψεις της θείας χάριτος στην καθαρή καρδιά της, άπλωνε τις ακτίνες αυτές της χάριτος ως «σάρκα» στους επισκέπτες της. Το βλέπανε και το ξέρανε: κοιμόταν η Μεθοδία σε κλίνη ξύλινη χωρίς στρώμα, το φαγητό της ήταν λιτότατο, ό,τι τις έδιναν από την αγάπη τους το πρόσφερε αμέσως στους πτωχούς και τους ασθενείς – «Θεού το πλούσιον έλεος, οσία, μιμουμένη, εκάστοτε α σοι προσέφερον, γνώμη τελεία διένεμες τοις χρήζουσι» (ωδή στ΄) -, ενώ πολλαπλασίαζε τους αγώνες της κατά τη Μεγάλη Σαρακοστή. Τότε μάλιστα δεν δεχόταν καμία επίσκεψη, ενώ το «ευλογημένο έλαιον» του καντηλιού της το έδινε από ένα μικρό παραθυράκι για τους αναγκεμένους αδελφούς της. Μόνο τις Κυριακές το ασκηταριό της γινόταν, καθώς γράφηκε, «Εκκλησία» από τη σύναξη των «μαθητριών» της, που δέχονταν τον λόγο της ως μάνα εξ ουρανού.
Πώς να μην αγαπήσουν και να μη σεβαστούν οι ευσεβείς κάτοικοι της Κιμώλου, και όχι μόνον, τον άνθρωπο αυτόν του Θεού; Η αίσθησή τους ήταν εκείνο που συχνά καταγράφεται από τους υμνογράφους μας για τους αγίους μας: «ουράνωσαν τη γη!» ή όπως το διατυπώνει ο δικός της άγιος υμνογράφος υπήρξε «λαμπάς θεοφεγγής εν τη σκοτία του παρόντος αιώνος» (λιτή), μια λαμπάδα που έφεγγε στο σκοτάδι ήταν η οσία!
Κι αυτό γιατί «σκοπόν έθου τω βίω σου την εργασίαν του θείου θελήματος» (δόξα λιτής), αυτός ήταν ο σκοπός σου: να εργάζεσαι το θεϊκό θέλημα. Κάνοντας τι, συγκεκριμένα; «Ρυθμίζουσα σαυτήν φόβω τω κρείττονι και σχολάζουσα ταις απαύσταις προσευχαίς» (κάθ. όρθρου): ρυθμίζοντας τον εαυτό σου με τον φόβο του Θεού και αφιερώνοντας τον χρόνο σου στις αδιάκοπες προσευχές. Και επισκέπτες, «μυημένοι» στα βαθιά της πίστεως, προέτρεπαν όταν τη γνώριζαν: «Μην την αφήσετε να φύγει από τον τόπο αυτόν. Είναι ευλογία για την Κίμωλο η παρουσία της!» (Αρχαιολόγος Γεώργιος Λαμπάκης, 1904).
Η οσία, σε ηλικία μόλις 43 ετών, «πληρώσασα χρόνους πολλούς» με την αγιασμένη ζωή της, κλήθηκε από τον Κύριο στις Ουράνιες Μονές, να συμπληρώσει τους χορούς των οσίων ασκητριών και των αγίων αγγέλων. Ημέρα Κυριακή ήτανε, 5 Οκτωβρίου του 1908, όταν έκλεισε τα μάτια της από τον μάταιο αυτόν κόσμο για να τα ανοίξει θριαμβευτικά μέσα στο εκθαμβωτικό φως της Βασιλείας του Θεού.
Η οσία, σε ηλικία μόλις 43 ετών, «πληρώσασα χρόνους πολλούς» με την αγιασμένη ζωή της, κλήθηκε από τον Κύριο στις Ουράνιες Μονές, να συμπληρώσει τους χορούς των οσίων ασκητριών και των αγίων αγγέλων. Ημέρα Κυριακή ήτανε, 5 Οκτωβρίου του 1908, όταν έκλεισε τα μάτια της από τον μάταιο αυτόν κόσμο για να τα ανοίξει θριαμβευτικά μέσα στο εκθαμβωτικό φως της Βασιλείας του Θεού.
Τα λείψανά της μεταφέρθηκαν αρχικά στον ιερό Ναό του αγίου Σπυρίδωνος, ενώ μετά τη διακήρυξη της αγιότητάς της (Ιούνιος 1991) από το Οικουμενικό Πατριαρχείο εναποτέθηκαν στον Ναό της Παναγίας Οδηγητρίας, και κάθε πιστός, είτε Κιμώλιος είτε οποιοσδήποτε άλλος, δέχεται κατά την αναλογία της πίστεώς του, την ευεργεσία της χάρης της.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου