Μέσα σε έξι στίχους αλλάζει το μέτρο με το οποίο καλείται ο άνθρωπος να μετρήσει την ύπαρξή του. Αφετηρία είναι αυτό που εύλογα απαιτώ από τον άλλον, πέρας ο τρόπος με τον οποίο ο Θεός σχετίζεται ακόμη με τον αχάριστο και τον πονηρό.
Αν αυτό ληφθεί στα σοβαρά, η χριστιανική ζωή παύει να είναι βελτιωμένη εκδοχή της ανθρώπινης ηθικής και γίνεται το αδιανόητο εγχείρημα να χωρέσει μέσα στην πεπερασμένη ανθρώπινη ελευθερία ο τρόπος του Θεού.
Το πρώτο «καθώς» θεμελιώνει μια στοιχειώδη δικαιοσύνη που ο Χριστός ούτε περιφρονεί ούτε καταργεί. Αναγνώρισε στον άλλον ό,τι απαιτείς για τον εαυτό σου, μην επιφυλάσσεις στην ξένη ζωή μέτρο αυστηρότερο από εκείνο που επιθυμείς για τη δική σου. Αμέσως όμως η περικοπή προχωρεί σε έδαφος πολύ λιγότερο ασφαλές.
«Καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοί» αγαπούν, ευεργετούν, δανείζουν, δημιουργούν δεσμούς αφοσίωσης και μπορούν να διαθέτουν αξιοθαύμαστη ανθρώπινη γενναιοδωρία.
Ο Χριστός δεν μονοπωλεί την αγάπη για τους πιστούς Του.
Το ερώτημά Του είναι πολύ οξύτερο:
τι απομένει από την αγάπη όταν ο άλλος παύσει να της επιστρέφει τον λόγο για τον οποίο τον αγαπήσαμε;
Τρεις φορές ακούγεται τότε το «ποία ὑμῖν χάρις ἐστί;», σαν τριπλή αφαίρεση των μηχανισμών με τους οποίους εξασφαλίζουμε ότι τίποτε δεν θα δοθεί πραγματικά δωρεάν. Αγαπώ εκείνον που με αγαπά, ευεργετώ εκείνον που αναγνωρίζει την ευεργεσία, δανείζω εκεί όπου η επιστροφή αφήνει άθικτη την ισορροπία του κόσμου.
Η χάρις δεν καταδικάζει αυτή την αμοιβαιότητα, αλλά εισάγει μέσα της κάτι που δεν λογαριάζεται, δεν συμψηφίζεται και δεν επιστρέφεται υποχρεωτικά.
Γι’ αυτό και η χάρις είναι τόσο δύσκολη. Αφαιρεί από την αγαθότητά μου ακόμη και την τελευταία ιδιοκτησία της, το δικαίωμα να απαιτώ από εκείνον που αγάπησα να αποδείξει ότι άξιζε την αγάπη μου.
Ο Χριστός δεν μονοπωλεί την αγάπη για τους πιστούς Του.
Το ερώτημά Του είναι πολύ οξύτερο:
τι απομένει από την αγάπη όταν ο άλλος παύσει να της επιστρέφει τον λόγο για τον οποίο τον αγαπήσαμε;
Τρεις φορές ακούγεται τότε το «ποία ὑμῖν χάρις ἐστί;», σαν τριπλή αφαίρεση των μηχανισμών με τους οποίους εξασφαλίζουμε ότι τίποτε δεν θα δοθεί πραγματικά δωρεάν. Αγαπώ εκείνον που με αγαπά, ευεργετώ εκείνον που αναγνωρίζει την ευεργεσία, δανείζω εκεί όπου η επιστροφή αφήνει άθικτη την ισορροπία του κόσμου.
Η χάρις δεν καταδικάζει αυτή την αμοιβαιότητα, αλλά εισάγει μέσα της κάτι που δεν λογαριάζεται, δεν συμψηφίζεται και δεν επιστρέφεται υποχρεωτικά.
Γι’ αυτό και η χάρις είναι τόσο δύσκολη. Αφαιρεί από την αγαθότητά μου ακόμη και την τελευταία ιδιοκτησία της, το δικαίωμα να απαιτώ από εκείνον που αγάπησα να αποδείξει ότι άξιζε την αγάπη μου.
Ύστερα έρχεται ένα «πλήν» και ανατρέπει ολόκληρη την οικονομία του ισοδυνάμου: «πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν». Καμία υποχρέωση συναισθηματικής τρυφερότητας δεν περιέχεται εδώ, καμία εξίσωση θύματος και θύτη, καμία θεολογική απαγόρευση της δικαιοσύνης, των ορίων ή ακόμη και της οριστικής απομάκρυνσης.
Το αίτημα βρίσκεται βαθύτερα, εκεί όπου αποφασίζεται ποιος θα καθορίσει τελικά τον τρόπο της υπάρξεώς μου.
Αν το μίσος του άλλου χρειάζεται το δικό μου μίσος για να ολοκληρωθεί, η άρνησή μου να του το προσφέρω είναι πράξη ελευθερίας.
Μπορώ να απορρίψω την πράξη του χωρίς να επιθυμήσω την εξάλειψη του προσώπου του.
Ακόμη το παράξενο «δανείζετε μηδὲν ἀπελπίζοντες» αρνείται στην προσφορά τη δυνατότητα να μετατραπεί σε συγκαλυμμένη κυριαρχία. Δίνουμε κάποτε χρήματα, χρόνο, συγχώρηση, προστασία, ακόμη και αγάπη, κρατώντας αθέατα το γραμμάτιο που ο άλλος θα κληθεί κάποτε να εξοφλήσει.
Η ευεργεσία θυμάται ποιος ευεργέτησε, η συγχώρηση θυμάται ποιος συγχώρησε, η θυσία θυμάται ποιος θυσιάστηκε και έτσι το δώρο επιστρέφει μεταμφιεσμένο σε εξουσία.
Ο Χριστός αφαιρεί από το δώρο αυτή την κρυφή ιδιοκτησία.
Δώσε χωρίς να μετατρέψεις εκείνον που δέχεται σε ισόβιο οφειλέτη της δικής σου αρετής.
Εδώ ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος γίνεται περισσότερο αναγκαίος από οποιαδήποτε ηθική θεωρία, επειδή η «καρδία ἐλεήμων» δεν εξετάζει προηγουμένως την αξιότητα εκείνου για τον οποίο πάσχει. Και ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης οδηγεί την ίδια απαίτηση στο έσχατο όριό της, συνδέοντας την αγάπη προς όσους μας πολεμούν με την ίδια την παρουσία του Αγίου Πνεύματος.
Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν μπορώ να δικαιολογήσω τον άλλον, ούτε αν οφείλω να λησμονήσω όσα έκανε.
Το ερώτημα γίνεται πολύ πιο αμείλικτο:
μπορώ να θέλω τη σωτηρία ενός ανθρώπου του οποίου δεν αντέχω ακόμη το πρόσωπο;
Και τι ακριβώς σημαίνει Παράδεισος, εάν για να τον επιθυμήσω χρειάζομαι προηγουμένως να έχω εξασφαλίσει ποιος δεν θα βρίσκεται εκεί;
Το «ἔσεσθε υἱοὶ Ὑψίστου» μεταφέρει ξαφνικά τα πάντα από την περιοχή της ηθικής στην περιοχή της υιοθεσίας και της θεώσεως.
Ο Χριστός δεν μας πληροφορεί απλώς πώς συμπεριφέρεται ένας καλύτερος άνθρωπος, αλλά αποκαλύπτει πώς υπάρχει ο Πατέρας, «χρηστὸς ἐπὶ τοὺς ἀχαρίστους καὶ πονηρούς».
Η αγαθότητα του Θεού δεν αποτελεί ανταμοιβή μιας ήδη συντελεσμένης μετανοίας, προηγείται και καθιστά τη μετάνοια δυνατή χωρίς ποτέ να καταργεί την ελευθερία.
Ο Υιός που εκφωνεί αυτά τα λόγια δεν περιγράφει επομένως έναν εξωτερικό ηθικό νόμο.
Μας αποκαλύπτει τον Πατέρα Του και καλεί την ανθρώπινη ύπαρξη, διά του Αγίου Πνεύματος, να εισέλθει στον τρόπο αυτής της αγάπης.
Εδώ η ηθική τελειώνει και αρχίζει η Τριάδα.
«Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες». Το ρήμα δεν επιτρέπει καμία αυτάρεσκη βεβαιότητα κατακτημένης αρετής, επειδή δηλώνει πορεία προς κάτι που ακόμη δεν είμαστε.
Και ο οικτιρμός δεν είναι συγκατάβαση του ενάρετου προς τον αποτυχημένο, αλλά η φοβερή δυνατότητα να μη μου είναι αδιάφορη ακόμη και η δυστυχία εκείνου που με πλήγωσε.
Δεν χρειάζεται να τον αθωώσω για να πονέσω για την καταστροφή του, ούτε να επιστρέψω κοντά του για να μη χαρώ με την πτώση του.
Ο άνθρωπος αρχίζει να γίνεται «οἰκτίρμων» όταν η δικαιοσύνη που ζητεί παύει να χρειάζεται εκδίκηση για να αισθανθεί πλήρης.
Και τότε το δεύτερο «καθώς» αποκαλύπτει το ασύλληπτο μέτρο: όχι καθώς φέρονται οι καλοί, αλλά «καθὼς καὶ ὁ Πατὴρ ὑμῶν».
Αναγνωρίζουμε στιγμές κατά τις οποίες ο θάνατος πλησιάζει τόσο πολύ, ώστε ο χρόνος αποβάλλει βίαια την ψευδαίσθηση της αφθονίας του και οι παλαιοί λογαριασμοί μικραίνουν απότομα.
Ποιος όφειλε να τηλεφωνήσει, ποιος είχε περισσότερο δίκιο, ποιος έπρεπε να ζητήσει πρώτος συγγνώμη, ποιος περίμενε δικαίως μια κίνηση που τελικά δεν έγινε.
Ο Θεός δεν αφαιρεί ανθρώπους για να παραδώσει μαθήματα στους επιζώντες, μια τέτοια θεολογία θα ήταν ανάξια και του Θεού και του πένθους.
Η απώλεια όμως αφήνει πίσω της μια γνώση από την οποία δύσκολα επιστρέφει κανείς αλώβητος:
κάποτε μια συνομιλία έχει ήδη τελειώσει χωρίς κανείς να γνωρίζει, την ώρα που τελείωνε, ότι δεν θα υπάρξει άλλη.
Ο Σταυρός είναι η τελική ερμηνευτική της περικοπής, επειδή εκεί το «χρηστὸς ἐπὶ τοὺς ἀχαρίστους καὶ πονηρούς» αποκτά σάρκα, αίμα και συγκεκριμένους σταυρωτές. «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς» λέγεται πριν αφαιρεθούν τα καρφιά, πριν ζητηθεί συγγνώμη, πριν αποκατασταθεί οποιαδήποτε ηθική συμμετρία.
Και κάπου ένας άνθρωπος μπορεί αυτή την ώρα να ακούει το ίδιο Ευαγγέλιο και να αγωνίζεται να συγχωρήσει εμένα, να προσπαθεί να μη με ταυτίσει με μια πληγή που του προκάλεσα και ίσως εγώ έχω ήδη λησμονήσει.
Στη δική του μνήμη μπορεί εγώ να είμαι η αδικία που δεν πέρασε, το όνομα που δυσκολεύει την προσευχή, ο άνθρωπος για τον οποίο το «ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν» γίνεται σταυρός. Τότε αλλάζουν όλα.
Δεν στέκομαι πλέον απέναντι από τους «ἀχαρίστους καὶ πονηρούς» εξετάζοντας αν διαθέτω αρκετή αγάπη για να τους χωρέσω.
Στέκομαι ανάμεσά τους, κάτω από την ίδια ακατανόητη χρηστότητα του Πατέρα, και καταλαβαίνω επιτέλους ότι, πριν γίνει η αγάπη εντολή που οφείλω να εφαρμόσω στους άλλους, υπήρξε έλεος που κάποιος χρειάστηκε να δείξει σε μένα

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου