Ο μικρότερος γιος, όμως, μέσα στη φρεσκάδα της νιότης, ένιωθε μια ανυπόμονη φλόγα να καίει μέσα του. Το βλέμμα του έπεφτε συχνά πάνω στη ζωή που ξεπερνούσε τα όρια του σπιτιού, στα όνειρα και τις επιθυμίες που δεν είχαν ακόμη μορφή. Μια μέρα, ενώ ο ήλιος ακουμπούσε απαλά την αυλή, πλησίασε τον πατέρα του και είπε:
«Πατέρα, δός μοι το επιβάλλον μέρος της ουσίας.»
Η φωνή του ήταν ήρεμη, αλλά η απαίτηση κρυβόταν στα λόγια του. Δεν ήταν παιδική παράκληση. Ήταν ο λόγος ενός ανθρώπου που ένιωθε πως η ζωή του ήταν δική του, πως η ελευθερία του άξιζε να εξαγοραστεί. Ο πατέρας τον κοίταξε με μάτια βαθειάς σιωπής, και χωρίς διαμαρτυρία, μοίρασε την περιουσία.
Ο μικρότερος υιός έφυγε. Φεύγοντας, η καρδιά του πάγωσε λίγο στην αρχή από την αγωνία του νέου κόσμου. Κι όμως, πίστευε πως η περιπέτεια θα τον έκανε ισχυρό και ανεξάρτητο. Τα χρήματα και οι πλούτοι τον έκαναν να νομίζει πως απέκτησε τα πάντα. Μα μέσα του, η αίσθηση της απουσίας ήταν ανεπαίσθητη στην αρχή, σαν ένας ψίθυρος που δεν ακούγεται, αλλά που μεγαλώνει αργά.
Η ζωή στη μακρινή χώρα ήταν λαμπερή στην αρχή, γεμάτη φαντασία, επιθυμίες και πειρασμούς. Μα όσο περνούσε ο καιρός, το φαίνεσθαι άρχισε να φθείρεται, η χαρά να στερεύει, και η ψυχή του να πεινά. Όταν η πτώχευση ήρθε απότομα, όχι μόνο η περιουσία του εξαφανίστηκε, αλλά και η αίσθηση του εαυτού του διαλυόταν. Η σιωπή της μοναξιάς τον ανάγκασε να θυμηθεί τον πατέρα, το σπίτι, την ίδια την έννοια του «πάτερ».
Στο βάθος της ταπείνωσης, πήρε την απόφαση: θα γυρνούσε πίσω. Δεν ζητούσε να επανέλθει ως γιος, αλλά ως υπηρέτης, ως μισθωτός. Όμως, πριν ακόμη προλάβει να πλησιάσει, ο πατέρας τον είδε από μακριά. Τρέχοντας, τον αγκάλιασε, τον φίλησε και τον έντυσε ξανά με την πατρική στολή. Η επιστροφή δεν ήταν επανάκτηση κεκτημένου, αλλά ανάσταση της ύπαρξης του ίδιου του παιδιού.
Στο σπίτι, ο πρεσβύτερος υιός, που είχε παραμείνει κοντά στον πατέρα, ένιωσε θυμό και ζηλοφθονία. Έβλεπε τον αδελφό του να επιστρέφει, να επανέρχεται στην αγάπη που εκείνος είχε πάρει για δεδομένη. Ο πατέρας όμως, με ήρεμη τρυφερότητα, τον πλησίασε και του είπε: «Τέκνον, συ πάντοτε μετ’ εμού ει, και πάντα τα έμᾶ σά εστιν.» Ο θυμός του δεν έσβησε αμέσως, αλλά η φωνή της αγάπης του υπενθύμισε ότι η ζωή δεν είναι ζήτημα δικαιοσύνης μόνο, αλλά επιστροφής, συγχώρησης και χαράς για κάθε αναστάσιμο βήμα.
Η παραβολή αυτή, μέσα από τους δύο υιούς, δεν μιλά μόνο για το δώρο της ελευθερίας και την αγάπη του Πατέρα, αλλά για την ίδια την ύπαρξη του ανθρώπου: πόσο εύκολα παρασύρεται από την απαίτηση και το θράσος, πόσο βαριά είναι η σιωπή της αχαριστίας, πόσο αναγκαία η μετάνοια και η επιστροφή για να ανακαλύψει κανείς τη δική του ταυτότητα, την υιότητα και την κοινότητα της αγάπης.
Τελικά, η μεγάλη διδασκαλία είναι ότι η ελευθερία δεν είναι απλώς να φεύγεις. Είναι, τολμηρά και ταπεινά, να μπορείς να επιστρέψεις, να αναγνωρίσεις την αγάπη που ποτέ δεν σε εγκατέλειψε, να συγχωρήσεις και να χαρείς για κάθε άνθρωπο που αναζητά τον δρόμο του πίσω στο σπίτι.
Κι έτσι, μέσα από την αμαρτία, την πτώση και την επιστροφή, η οικογένεια γίνεται καθρέφτης της σχέσης του ανθρώπου με τον Θεό του Πατέρα που περιμένει, συγχωρεί και χαίρεται για την κάθε ψυχή που επιστρέφει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου