Δεν είναι λίγοι εκείνοι που λένε ότι ο Κόντογλου είναι πάντα επίκαιρος. και μάλιστα σήμερα, με αυτά που τραβάει η Ελλάδα, πιο επίκαιρος από ποτέ. Είναι αλήθεια, αλήθεια όμως είναι και ότι ο Κόντογλου ξεσκεπάζει αμείλικτα την πραγματικότητα. Το κείμενο που δημοσιεύεται πιο κάτω περιλαμβάνεται στο Αρχείο του κι είναι ένα από τα πάρα πολλά ιδιόχειρα κείμενά του, που βρέθηκαν σε πολύφυλλα τετράδια και που, απ’ όσο ξέρουμε, τα περισσότερα όχι μόνο δεν έχουν δημοσιευθεί αλλά ούτε καν διαβαστεί. Δεν διεκδικεί ίσως λογοτεχνικές δάφνες, σίγουρα όμως μας θυμίζει πολλά και πολύ πιθανώς και τον ίδιο μας τον εαυτό – γι αυτό και κάπου μπορεί και να μας στενοχωρεί ή και να προκαλεί και την αντίδρασή μας.
Καλό όμως είναι να σκεφτούμε, ότι ο Κόντογλου που τα γράφει όλα αυτά, δεν τα γράφει από κακία η κι από κάποιο σύμπλεγμα κατωτερότητας – όπως ίσως θα του καταμαρτυρούσαν κάποιοι που διαφωνούν μαζί του - επειδή ο ίδιος βρέθηκε από την πλευρά των «χαμένων» της ζωής, αλλά ότι επέλεξε συνειδητά την πλευρά αυτή, ενώ μπορούσε πολύ εύκολα να βρίσκεται από την άλλη και μάλιστα χωρίς «μέσα» και χωρίς να χρειαστεί να κολακέψει κανέναν.
Λύκοι και πρόβατα
«Από τους ανθρώπους άλλοι είναι λύκοι και τρώνε κι άλλοι είναι πρόβατα και τρώγονται» - Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος
Από τους λογιών λογιών ανθρώπους που βλέπει κανένας, ξεχωρίζουνε δυο ειδών, οι καλότυχοι, που τους έρχονται όλα βολικά και οι κακότυχοι, που όλα τους πάνε ανάποδα.
Οι πρώτοι είναι στα φερσίματά τους θαρρετοί και συχνά αδιάντροποι. Καυχησιάρηδες, μικρολόγοι, δίνουνε μεγάλη σημασία στην καλοπέραση τους, αγαπάνε να τους κολακεύουνε κι αυτοί να κολακεύουνε τους δυνατούς στην πολιτική και στα λεφτά, φοβούνται να τους πούνε την αλήθεια, επιδιώκουνε να κάνουνε πολλές γνωριμίες και σαν γνωρίσουνε έναν άνθρωπο, δεν κοιτάζουνε άλλο τίποτα, παρά σε τι μπορεί να τους χρειασθεί, τι μπορούνε να βγάλουνε από αυτόν. Όσο γλυκόλογοι είναι στους επίσημους και τους δυνατούς, άλλο τόσο είναι πικρόλογοι στους φτωχούς και αδύνατους, κι όσο σέρνουνται μπροστά στους σπουδαίους, άλλο τόσο κορδώνουνται μπροστά στους καταφρονεμένους, που δεν έχουνε να βγάλουνε τίποτα από δαύτους.
Ο νους κι ο λογισμός τους είναι κολλημένος στο συμφέρον τους σα βδέλλα αχόρταγη. Ο εαυτούλης τους είναι το κέντρο του σύμπαντος και για όλα τ’ άλλα είναι αδιάφοροι. Από τη μεγαλομανία τους κάνουνε σαν τρελοί άμα αντικρίσουνε κανένα επίσημο πρόσωπο, κι όπου βρεθούνε αγαπάνε τις πρωτοκαθεδρίες. Είναι αδιάντροποι και λένε τέτοιες ανοησίες, που πολλές φορές απορεί κανένας, μ’ όλο που το έχει πάρει απόφαση ότι από αυτούς θα ακούσει τις μεγαλύτερες κουταμάρες. Μάλιστα όσο πιο κουτοί είναι, τόσο περισσότερη εκτίμηση έχουνε από τους ομοίους τους. Με όλη τη μικρομυαλιά τους έχουνε μεγάλη επιτηδειότητα στο να τα καταφέρνουνε σε όλα, γιατί δεν υπάρχει γι αυτούς το χαλινάρι της ντροπής.
Μι αφορά με αντάμωσε ένας τέτοιος. Συμμαθητής μου στο γυμνάσιο, χοντροκέφαλος και βαρυνούδικος. Είχαμε να ιδωθούμε από εκείνα τα χρόνια. Άρχισε λοιπόν να μου λέγει τα συνηθισμένα, πως ακούγεται το όνομά μου, πως έγινα σπουδαίος άνθρωπος και τέτοια. Στο τέλος μου λέγει «Ε μωρέ Φώτη και να’ χα την εξυπνάδα σου», εννοώντας πως αν την είχε θα έκανε περισσότερα λεφτά. Εγώ του απάντησα κοιτώντας τα μεταξωτά πουκάμισα που φορούσε και τα χρυσά δαχτυλίδια «Ε. μωρέ Κωνσταντή και να ‘χα τη βλακεία σου. Είναι μεγάλο κεφάλαιο και να την φυλάγεις σαν τα μάτια σου».
Για τους ανθρώπους αυτής της συνωμοταξίας οι λίθοι γίνονται άρτοι. Όπως ο διάβολος που πείραζε το Χριστό λέγοντάς του, πως αν τον προσκυνούσε οι πέτρες θα γίνονταν ψωμιά. Αυτοί είναι οι προνομιούχοι, οι καλοπερασμένοι, οι φωστήρες, με τα βραβεία και με τα ταξίδια στο εξωτερικό. Αλλά σε κανέναν δυστυχισμένο δε λένε έναν λόγο συμπονετικό, αφήνω πια πως η τσέπη τους έχει καβούρια. Και που να μιλήσουνε σε κανένα γνωστό τους επίσημο για κάποιον φουκαρά που χάνεται. Αυτό έλειψε. Να υποχρεωθούνε; Κι αν ύστερα τον χρειαστούνε για τις δικές τους δουλειές; Α, πα πα!
Οι άλλοι, οι κακότυχοι, ζούνε κρυφά από το Θεό, δίχως προστάτη στον κόσμο, φτωχοί και ζαρωμένοι, σα να’ ναι φταίχτες. Κακοπερασμένοι, ταπεινοί στόμα έχουνε και μιλιά δεν έχουνε. Και να μιλήσουνε ποιος τους ακούει; Ποιος τους δίνει σημασία; Αυτοί δεν κάνουνε πολιτική, δεν ξέρουνε να κολακεύουνε, δεν ξέρουνε να κερδίσουνε τη ζωή, να την καταχτήσουνε με το σπαθί τους. Για τούτο οι άλλοι τους περιφρονούνε, οι άξιοι, οι έξυπνοι. Ακόμη και τα παιδιά τους είναι καταφρονεμένα. Στο σχολειό συχνά πληγώνουνε την καρδιά τους τα παιδιά των άλλων, που το έχουνε πάρει επάνω τους, επειδή ξέρουνε ότι οι δικοί τους έχουνε τα «μέσα»
Τα «μέσα» Κάνε μου ευκολία να σου κάνω. Πάρε δώσε. Όσοι έχουνε τα «μέσα» είναι οι χαϊδεμένοι της κοινωνίας, οι προνομιούχοι. Οι άλλοι είναι τα αποπαίδια της. Έχεις μαχαίρι; Τρως ψωμί! Αυτοί είναι σαν τους Μακεδόνες που ήτανε με τον Μεγ΄ Αλέξανδρο και θέλανε να είναι αφεντικά επάνω στους ντόπιους της Ασίας, που την είχανε παρμένη με τον πόλεμο και τους λέγανε βαρβάρους. Κι επειδή ο Αλέξανδρος δεν ξεχώριζε τους Ασιάτες από τους Έλληνες, του παραπονεθήκανε. Κι εκείνος τους αποκρίθηκε, πως αντί να τους χωρίζουνε τους ανθρώπους σε ¨Έλληνες και βαρβάρους, είναι καλύτερο να τους χωρίζουνε σε καλούς και κακούς.
«Άμεινον, αρετή και κακία διελείν τούτους»
Αυτά όμως τα λόγια του Μεγ’ Αλέξανδρου θ’ απομείνουνε όπως φαίνεται γραμμένα μονάχα στην ιστορία, δίχως να εφαρμοστούνε ποτέ.
Ο Ρωμαίος Ιούνιος Βρούτος ο στρατηγός, άνθρωπος ενάρετος, σαν νικήθηκε στους Φιλίππους από τον Αντώνιο και τον Οκτάβιο, αποφάσισε να αυτοκτονήσει και πριν πέσει επάνω στο σπαθί του, είπε τούτα τα λόγια της απελπισίας.
«Ω τλήμον αρετή, λόγος αρ’ ήσθα, εγώ δε σε έργω ήσκουν. Σε γαρ εδούλευες τύχη»
«Ω κακομοίρα αρετή, ώστε λοιπόν ήσουνα ένας άδειος λόγος, όπως φάνηκε, κι εγώ ο καημένος σε έκανα με έργα. Εσύ όμως ήσουνα σκλάβα της τύχης»

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου