Το θυμάμαι σαν να συνέβηκε μόλις χτες, όταν έβγαλε ένα κομποσχοινάκι από την τσέπη του, μου σταύρωσε το μέτωπο, μου έφερε μπρος από το πρόσωπο μου την εικονίτσα της μεταμορφώσεως του Κυρίου μας και μου ευχήθηκε:
« Δεσποινάκι μου, να είσαι δυνατή κορίτσι μου και να προσεύχεσαι! Καλόν παράδεισο να έχεις!»
Φιλησα το χέρι του μα ώσπου να φτάσει ως την έξοδο του σπιτιού μας, τα μάτια μου βούρκωσαν.
«Καλόν παράδεισο» κάτι περισσότερο ήξερε ο κύριος Πολύκαρπος! Νεοκόρος στο εκκλησάκι μας, μας έλεγε πολλές ιστορίες για τον Χριστό μας κάθε φορά στην αυλή της εκκλησίας μετά τη Θεία Λειτουργία!
Με τρεμάμενη φωνή μόλις που τον πρόλαβα πριν φύγει και τον φώναξα:
«Κύριε Πολύκαρπε...»
Ίσως να του πήρε τόσο χρόνο να γυρίσει το σώμα του ξανά προς εμένα όσο πήρε σε εμένα να επεξεργαστώ στο παιδικό μυαλό μου την ευχή του: «Καλόν παράδεισο»
Γύρισε και με είδε δακρυσμένη! Με βήματα ίδια όπως θα ´κανα και γω αργά κουτσαίνοντας με πλησίασε πάλι. Κάθισε πάλι δίπλα μου και μου πήρε το χέρι.
«Τι είναι κοριτσάκι μου; Γιατί δακρύζουν τα ματάκια σου;»
«Γνωρίζετε κάτι περισσότερο; Από τώρα θα φύγω; Αυτό ήταν; Από στραμπούληγμα στον αστράγαλο φεύγω; Γί´ αυτό μου ευχηθήκατε
« Καλόν Παράδεισο;»
Πήρε και τα δυο μου χέρια μέσα στα τρεμάμενα δικά του και με κοίταξε κατάματα!
« Ώσπου να φτάσεις στον Παράδεισο θα στραμπουλήξεις τον αστράγαλό σου πολλές φορές κόρη μου, σε πετραδάκια, σε πέτρες στην ανηφόρα της ζωής, θα γρατσουνούν τα γόνατά σου αλλά εσύ μ αυτά σου τα χεράκια να κανείς πρώτα το σταυρό σου, να δοξάζεις τον Θεό, να πλένεις τα γόνατα σου με νερό της βρύσης και να ανηφορίζεις πάλι.»
Κι ύστερα πήρε την εικόνα του Χρυσοσώτηρος, και είπε:
«Τω καιρώ εκείνο παραλαμβάνει ο Ιησούς τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη και αναφέρει αυτούς εις όρος υψηλόν κάτ´ιδιαν. Και εμεταμορφώθη έμπροσθεν αυτών και έλαμψεν το πρόσωπό του ως ο ήλιος! Τα δε ιμάτια αυτού εγένοντο λευκά ως το φως. Ήλθαν μαζί ο Μωησύς και ο Ηλίας. Ιδού νεφέλη φωτεινή επεσκίαζαν αυτούς και ιδού εκ της νεφέλης λέγουσα:
« ούτος έστιν ο Υιός μου ο αγαπητός, εν ω ηυδόκησα, αυτού ακούεται»
Χαμογέλασα και φίλησα το γέρικο χέρι του κυρίου Πολυκάρπου ανακουφισμένη από μια ακόμα θαυματουργική παρουσία του Χριστού μας! Πήρα την εικόνα μες τα χέρια μου κι όπως την κράτησα τότε θησαυρό την κρατάω ακόμα διδακτικά και προστατευτικά στο εικονοστάσι μου.
Ακούμπησα πίσω στα μαξιλάρια μου κι άρχισα τις ερωτήσεις για τις δύσκολες λέξεις που δεν είχα καταλάβει.
«Αυτό το κατάλαβα ότι τα ρούχα του Χριστού μας έγιναν λευκά και ότι ακούστηκε ο Πατέρας Θεός και είπε: αυτός είναι ο Υιός μου ο αληθινός και αυτόν να ακούτε, αλλά τί σημαίνουν όλα τα αλλά;»



































