Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου
Η Αγία Θεοδώρα της Άρτας δεν έχει επίσημη αγιοκατάταξη με τη νεότερη, τυπική συνοδική έννοια του όρου, καθόσον δεν υφίσταται πράξη αγιοκατατάξεως από κεντρικό συνοδικό όργανο (ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ), όπως αυτός ο θεσμός διαμορφώθηκε κυρίως κατά τους νεότερους χρόνους (19ο–20ό αιώνα), ιδίως στο πλαίσιο της Εκκλησίας της Ελλάδος. Η απουσία, όμως, τέτοιας πράξεως δεν αναιρεί ούτε θέτει σε αμφιβολία την αγιότητά της. Στη βυζαντινή και μεταβυζαντινή εκκλησιαστική παράδοση, η αναγνώριση της αγιότητας δεν προϋπέθετε τυπική νομική ή διοικητική πράξη, αλλά πραγματοποιείτο μέσω της λατρευτικής ζωής της Εκκλησίας, της τοπικής τιμής και της αδιάλειπτης συνέχειας της παραδόσεως.
Η Αγία Θεοδώρα τιμάται επί αιώνες στην Άρτα ως Αγία, διαθέτει καθιερωμένο Συναξάριο και Βίο, ιερά λείψανα σε δημόσια προσκύνηση, ορισμένη ημερομηνία εορτής (11 Μαρτίου) και λειτουργική Ακολουθία, στοιχεία τα οποία συνιστούν εκκλησιολογικώς πλήρη και ουσιαστική αναγνώριση της αγιότητάς της προ της καθιερώσεως του τυπικού θεσμού της συνοδικής αγιοκατατάξεως. Ως εκ τούτου, επιστημονικά και θεολογικά ορθό είναι να λέγεται ότι η Αγία Θεοδώρα τιμάται ως Αγία ΜΟΝΟ στις τοπικές εκκλησίες Άρτας και Σερβίων Κοζάνης, βάσει παλαιάς και συνεχούς τοπικής εκκλησιαστικής παραδόσεως και όχι ότι «αγιοκατατάχθηκε» με τη νεότερη συνοδική διαδικασία. Στο ίδιο εκκλησιολογικό πλαίσιο εντάσσεται και η Ακολουθία της, η οποία αποτελεί έκφραση της παραδεδομένης τοπικής εκκλησιαστικής μνήμης και όχι προϊόν σύγχρονης κεντρικής συνοδικής επεξεργασίας, χωρίς τούτο να θίγει την κανονικότητα της τιμής της Αγίας, ούτε τη θέση της στη λατρευτική ζωή της Εκκλησίας.
Υπό το φως των ανωτέρω, και προκειμένου να αποκατασταθεί η ακρίβεια, η σαφήνεια και η κανονική τάξη ως προς την τιμή της Αγίας Θεοδώρας της Άρτας και τη σχετική Ακολουθία, καθίσταται αναγκαία η λήψη συγκεκριμένων εκκλησιαστικών μέτρων. Πρώτον, η αρμόδια εκκλησιαστική αρχή οφείλει να προβεί σε επίσημη ιστορική, θεολογική και υμνογραφική εξέταση της Ακολουθίας, με σκοπό τον εντοπισμό και τη διόρθωση ατελειών, ώστε το κείμενο να εναρμονίζεται πλήρως με την ιστορική και ορθόδοξη παράδοση. Δεύτερον, να γίνουν όλες οι απαραίτητες ενέργειες για την αναγραφή της Οσίας στο επίσημο Αγιολόγιο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ώστε η Αγία να τιμάται από τους απανταχού της γης Ορθοδόξους.
Τρίτον, εφόσον στο μέλλον επιδιωχθεί η υπερτοπική ή πανελλαδική καθιέρωση της τιμής της Οσίας, η Ακολουθία της πρέπει να ενταχθεί σε λειτουργικά βιβλία. Η ένταξή της σε λειτουργικά βιβλία γενικής χρήσεως θα πρέπει να πραγματοποιηθεί κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος προς το αρμόδιο συνοδικό όργανο, συνοδευόμενου από πλήρως τεκμηριωμένο ιστορικό, αγιολογικό και θεολογικό φάκελο.
Α. Θεολογική σύγκριση των χαρακτηρισμών της Αγίας Θεοδώρας στο Συναξάριο και στην Ακολουθία
Η Αγία Θεοδώρα της Άρτας προβάλλεται στη λειτουργική και αγιολογική παράδοση της Εκκλησίας μέσα από δύο διακριτά είδη λόγου: το Συναξάριο, ως ιστορικό –αφηγηματικό κείμενο, και την Ακολουθία, ως υμνογραφικό–δοξολογικό κείμενο. Η θεολογική σύγκριση των χαρακτηρισμών που χρησιμοποιούνται στα δύο αυτά σώματα κειμένων αποκαλύπτει ενότητα περιεχομένου και ήθους, αλλά διαφορετική εκφραστική και σωτηριολογική λειτουργία.
Το Συναξάριο κινείται πρωτίστως στον άξονα της ιστορικής οικονομίας της σωτηρίας. Η αγιότητα της Θεοδώρας παρουσιάζεται ως καρπός ελεύθερης συνεργίας ανθρώπινης βουλήσεως και θείας χάριτος μέσα στις συγκεκριμένες συνθήκες του κόσμου. Οι αρετές που αποδίδονται στην Αγία —ταπείνωση, σωφροσύνη, εγκράτεια, υπομονή, ανεξικακία, ελεημοσύνη— δεν λειτουργούν ως αφηρημένες ηθικές κατηγορίες, αλλά ενσαρκώνονται σε ιστορικές πράξεις, πάθη και δοκιμασίες: συζυγική αδικία, κοινωνική ταπείνωση, εξορία, μητρότητα εν πόνω και σιωπηλή αποδοχή του σταυρού. Η αγιότητα, θεολογικά, παρουσιάζεται εδώ ως σταυρική πορεία, ως «μαρτύριο συνειδήσεως» και βίωμα καθημερινής θυσίας, ενταγμένο πλήρως στον κόσμο και στην ιστορία.
Αντιθέτως, η Ακολουθία δεν ενδιαφέρεται για την ιστορική αλληλουχία των γεγονότων, αλλά για το εσχατολογικό νόημα της αγιότητας. Ο υμνογραφικός λόγος κινείται στον χώρο της δοξολογίας και της θεολογικής σύνοψης. Οι ίδιες αρετές που στο Συναξάριο περιγράφονται αφηγηματικά, εδώ αποδίδονται με ονοματικούς και συμβολικούς χαρακτηρισμούς: ταπεινή, σώφρων, εγκρατής, ασκητική, θεοφόρος, θεοδόξαστη, φως πνευματικό, λαμπάς αείφωτος. Η Ακολουθία δεν αφηγείται την πορεία προς την αγιότητα, αλλά μαρτυρεί το αποτέλεσμα της θεώσεως, δηλαδή τη μετοχή του ανθρώπου στη δόξα του Θεού. Η θεολογική γλώσσα της υμνογραφίας αντλεί από την πατερική παράδοση της θεώσεως και της ακτίστου χάριτος, παρουσιάζοντας την Αγία ως καθαρό δοχείο της ενεργείας του Αγίου Πνεύματος.
Ιδιαίτερη θεολογική σημασία έχει και η κοινή αναφορά στη θαυματουργική χάρη της Αγίας. Στο Συναξάριο τα θαύματα καταγράφονται ως ιστορικά γεγονότα που επιβεβαιώνουν τη θεία χάρη τόσο εν ζωή, όσο και μετά θάνατον. Στην Ακολουθία, τα ίδια αυτά γεγονότα θεολογούνται υμνογραφικά: η Αγία χαρακτηρίζεται ιατρός ασθενών, προστάτιδα πιστών, ποταμός χαρίτων και λιμένας σωτηρίας. Η μετατόπιση αυτή δεν αλλοιώνει το νόημα, αλλά το εμβαθύνει, καθώς εντάσσει τη θαυματουργία στο πλαίσιο της εκκλησιολογίας της κοινωνίας των Αγίων, όπου ο αγιασμένος άνθρωπος καθίσταται όργανο της θείας φιλανθρωπίας.
Επιπλέον, η κοινωνική και ιστορική ταυτότητα της Αγίας υφίσταται ανάλογη θεολογική μεταμόρφωση. Το Συναξάριο τονίζει την ιστορικότητα: βασίλισσα, σύζυγος δεσπότη, μοναχή στην Άρτα. Η Ακολουθία μετασχηματίζει αυτά τα στοιχεία σε εκκλησιολογικά σύμβολα: καύχημα βασιλισσών, καλλώπισμα μοναζουσών, δόξα τοπική και εκκλησιαστική. Η ιστορία δεν καταργείται, αλλά υπερβαίνεται θεολογικά, καθώς το συγκεκριμένο ιστορικό πρόσωπο εντάσσεται στην καθολική μνήμη της Εκκλησίας.
Συνοψίζοντας, θεολογικά, το Συναξάριο παρουσιάζει την Αγία Θεοδώρα εντός της ιστορίας της σωτηρίας, ως πρόσωπο που αγιάζεται διά του σταυρού, της υπομονής και της ελευθέρας υπακοής στο θέλημα του Θεού. Η Ακολουθία, αντιστοίχως, την παρουσιάζει εντός της εσχατολογικής προοπτικής της Εκκλησίας, ως ήδη δοξασμένη, μετέχουσα της θείας δόξης και ενεργούσα ως πηγή χάριτος για το σώμα των πιστών. Έτσι, τα δύο είδη λόγου δεν αντιτίθενται, αλλά αποκαλύπτουν τη διπλή θεολογική διάσταση της αγιότητας: πορεία μέσα στην ιστορία και δόξα μέσα στη Βασιλεία του Θεού.
Β.Ο ομολογιακός και αντιπαπικός αγώνας της Οσίας Θεοδώρας της Άρτας
Η Οσία Θεοδώρα της Άρτας δεν αποτελεί, απλώς, μια αγία μορφή προσωπικής αρετής και υπομονής, αλλά συνιστά ιστορικό και εκκλησιαστικό πρόσωπο με σαφή ομολογιακή συνείδηση, η οποία εκφράστηκε έμπρακτα μέσα στο κρίσιμο θεολογικό και πολιτικό πλαίσιο του 13ου αιώνα. Η εποχή της χαρακτηρίζεται από την εντεινόμενη πίεση της παπικής εκκλησιολογίας προς την Ανατολή, την προσπάθεια επιβολής δογματικών και εκκλησιολογικών καινοτομιών και τις αλλεπάλληλες απόπειρες ενώσεως υπό παπικούς όρους. Εντός αυτού του πλαισίου, η δράση της Οσίας Θεοδώρας δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως ουδέτερη ή απλώς «διπλωματική», αλλά ως βαθύτατα ορθόδοξη και αντιπαπική με θεολογικά κριτήρια.
Η ομολογιακή πολιτική της Οσίας δεν εκφράζεται με συνθηματολογία ή δημόσιες δογματικές διακηρύξεις, αλλά με τρόπο κατεξοχήν εκκλησιαστικό: μέσω της λατρείας, της αρχιτεκτονικής, της παιδείας και της αγωγής του λαού και των τέκνων της. Η κτιτορική της δραστηριότητα δεν είναι απλή ευσέβεια, αλλά θεολογική πράξη με σαφές δογματικό περιεχόμενο. Η επιλογή να ανεγείρει και να ανακαινίσει ναούς αφιερωμένους στη Θεοτόκο, στη Μεταμόρφωση του Χριστού και σε κατεξοχήν ορθόδοξους μάρτυρες, όπως ο Άγιος Δημήτριος, συγκροτεί ένα συνεκτικό αντιπαπικό θεολογικό πρόγραμμα.
Η έντονη θεοτοκοφιλία της Οσίας Θεοδώρας αποτελεί κεντρικό άξονα της ομολογίας της. Με την ίδρυση και ενίσχυση θεομητορικών μονών, όπως της Κάτω Παναγιάς και της Παρηγορήτισσας, η Οσία προβάλλει έμπρακτα το ορθόδοξο θεομητορικό δόγμα, σε ευθεία αντίθεση προς την παπική πλάνη της ασπίλου συλλήψεως. Η αφιέρωση της Μονής της Κάτω Παναγιάς στη Γέννηση της Θεοτόκου υπογραμμίζει ότι η Παναγία γεννήθηκε κατά τους φυσικούς νόμους, φέρουσα το προπατορικό αμάρτημα, και αγιάστηκε εντός της ιστορίας δια της χάριτος και της προσωπικής ασκήσεως, και όχι εξαιτίας προγενέστερης «νομικής απαλλαγής», όπως διδάσκει ο Παπισμός. Πρόκειται για καθαρή δογματική θέση, μεταφρασμένη σε λατρευτική πράξη και συλλογική μνήμη.
Ομοίως, η αφιέρωση της Παρηγορήτισσας στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου δεν είναι τυχαία. Η ορθόδοξη ερμηνεία του «Κεχαριτωμένη» απορρίπτει την παπική ανάγνωση της αναμαρτησίας εκ γενετής και τονίζει τη συνεργία ανθρώπου και θείας χάριτος. Η Οσία Θεοδώρα, μέσω της επιλογής αυτής, διδάσκει τον λαό της Ηπείρου την ορθόδοξη θεολογία της χάριτος, της ελευθερίας και της ασκήσεως, αποδομώντας στην πράξη τον παπικό νομικισμό.
Ιδιαίτερη θεολογική σημασία έχει και η ίδρυση ναού αφιερωμένου στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος. Η Μεταμόρφωση, στην ορθόδοξη θεολογία, αποτελεί κορυφαία μαρτυρία της ακτίστου χάριτος και της δυνατότητας θεώσεως του ανθρώπου ήδη από την παρούσα ζωή. Η επιλογή αυτή συνιστά ευθεία αντίθεση προς τη δυτική θεολογία των κτιστών ενεργειών και του καθαρτηρίου πυρός. Η Οσία Θεοδώρα προβάλλει την ορθόδοξη διδασκαλία της μετανοίας ως υπαρξιακής και χαρισματικής μεταμορφώσεως, όχι ως νομικής εξιλέωσης μέσω εξουσιαστικών μηχανισμών.
Η ομολογιακή στάση της Οσίας αποτυπώνεται με ιδιαίτερη καθαρότητα και στον τρόπο ανατροφής των τέκνων της. Η παιδαγωγία της δεν περιορίστηκε σε ηθικές νουθεσίες, αλλά διαμόρφωσε πρόσωπα με ισχυρή εκκλησιαστική και αντιπαπική συνείδηση. Ο Νικηφόρος Α΄ συνέχισε την αντιενωτική πολιτική και συνεργάστηκε με τον Ανδρόνικο Β΄ για την ακύρωση των παπικών σχεδίων. Ο Ιωάννης Δούκας υπέστη τύφλωση και φυλάκιση από τον φιλοπαπικό Μιχαήλ Η΄ εξαιτίας των ορθόδοξων φρονημάτων του. Η Ελένη Αγγελίνα Δούκαινα αναδείχθηκε σε πραγματική ομολογήτρια της Ορθοδοξίας, αρνούμενη να απαρνηθεί την πίστη της ακόμη και με τίμημα την ισόβια φυλάκιση και τον θάνατο. Η στάση της αυτή δεν μπορεί να ερμηνευθεί ανεξάρτητα από την πνευματική αγωγή που έλαβε από τη μητέρα της.
Συνεπώς, η Οσία Θεοδώρα της Άρτας δεν υπήρξε, απλώς, μια ευσεβής βασίλισσα ή μια υπομονετική σύζυγος, αλλά συνειδητή φορέας ορθόδοξης εκκλησιολογίας και αντιπαπικής ομολογίας. Ο αγώνας της δεν διεξήχθη με όρους κοσμικής αντιπαράθεσης, αλλά με τα όπλα της Εκκλησίας: τη λατρεία, τη θεολογία, την παιδεία και τη βιωμένη πίστη. Η σιωπή των αγιολογικών κειμένων ως προς τον αντιπαπικό της αγώνα δεν αναιρεί την πραγματικότητα της ομολογίας της, αλλά μαρτυρεί τον τρόπο με τον οποίο η Εκκλησία προβάλλει την αλήθεια: όχι ως ιδεολογία, αλλά ως ζωή.
Τελική θεολογική διατύπωση:
Η Οσία Θεοδώρα ομολόγησε την Ορθοδοξία όχι με συνθήματα, αλλά με έργα δογματικά, λατρευτικά και παιδαγωγικά, καθιστώντας τον βίο της ζωντανή αντιπαπική μαρτυρία εντός της ιστορίας της Εκκλησίας.
Επομένως, υπό το φως των ιστορικών και θεολογικών δεδομένων που αναδεικνύουν τον σαφή ομολογιακό και αντιπαπικό χαρακτήρα της δράσεως της Οσίας Θεοδώρας της Άρτας, καθίσταται αναγκαίο τα στοιχεία αυτά να αποτυπωθούν με ακρίβεια, διάκριση και θεολογική νηφαλιότητα σε τυχόν συμπληρωμένη και διορθωμένη λειτουργική Ακολουθία της. Η υμνογραφική παράδοση της Εκκλησίας δεν αποτελεί απλή ποιητική μνήμη, αλλά φορέα δογματικής διδασκαλίας και εκκλησιαστικής συνείδησης· ως εκ τούτου, η παράλειψη θεμελιωδών πτυχών της ομολογίας μιας Αγίας, ιδίως, όταν αυτές τεκμηριώνονται ιστορικώς και εκκλησιολογικώς, δημιουργεί ασάφεια ως προς το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας της.
Η ενδεχόμενη αναθεώρηση της Ακολουθίας δεν θα πρέπει να επιδιώξει την ιδεολογική ή αναδρομική επιβάρυνση του υμνογραφικού λόγου, αλλά την πιστή θεολογική αποτύπωση της βιωμένης ορθόδοξης συνείδησης της Οσίας, όπως αυτή εκφράστηκε μέσω της κτιτορικής της δράσεως, της θεομητορικής της διδασκαλίας, της παιδαγωγίας των τέκνων της και της σαφούς αποστάσεώς της από παπικές δογματικές και εκκλησιολογικές καινοτομίες. Η ομολογιακή της στάση μπορεί και πρέπει να εκφρασθεί υμνογραφικά με όρους πατερικούς και λειτουργικούς, όπως «φρουρός της παραδόσεως», «υπέρμαχος της ορθής πίστεως», «θεοδόξως παιδαγωγήσασα λαόν και τέκνα», χωρίς προσφυγή σε ιστορικίζουσα ή πολεμική γλώσσα.
Μια τέτοια συμπληρωμένη και διορθωμένη Ακολουθία, εφόσον εξετασθεί και εγκριθεί από την αρμόδια εκκλησιαστική αρχή, θα συμβάλει όχι μόνο στη θεολογική πληρότητα της τιμής της Οσίας Θεοδώρας, αλλά και στη διαφύλαξη της υμνογραφικής ακρίβειας και της εκκλησιαστικής αυτοσυνειδησίας του λαού του Θεού, ιδίως σε εποχές κατά τις οποίες η διάκριση μεταξύ Ορθοδοξίας και ετεροδόξων εκκλησιολογικών προσεγγίσεων καθίσταται εκ νέου κρίσιμη.
Ένα προτεινόμενο υμνογράφημα.(δεύτερος Οίκος).
Τὴν ἀκλόνητον πέτραν τῆς Ὀρθοδοξίας σε ἀνεκήρυξε
ἡ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία, μακαρία Θεοδώρα·
«Ὅτι ἐν χειμῶνι συγχύσεως δογμάτων καὶ παγετῷ πειρασμῶν,
τὸν τῆς πίστεως λύχνον ἀσβέστως ἐτήρησας.
ὡς φῶς ἔλαμψας ἐν ἔργοις ἀγαθοῖς,
καὶ τὴν πατρῴαν πίστιν ἀνύψωσας
οὐκ ἐν λόγοις κενοῖς,
ἀλλ᾽ ἐν ἀληθείᾳ καὶ θυσίᾳ καρδίας·
διὸ καὶ ἡμεῖς εὐλαβῶς σε μακαρίζομεν, λέγοντες·
Χαῖρε, τῆς Ἐκκλησίας στήριγμα ἀσάλευτον·
χαῖρε, τῆς Ὀρθοδοξίας κόσμημα λαμπρόν·
χαῖρε, τῶν πιστῶν ὑπέρμαχε καὶ προστάτις·
χαῖρε, ὅτι ὁ Χριστὸς σε ἐδόξασεν
ἐν τῇ αἰωνίῳ Βασιλείᾳ Αὐτοῦ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου