Προσωπικά θεωρώ ότι η παρουσία της Εκκλησίας στο διαδίκτυο είναι πλέον αναπόφευκτη, αφού εκεί βρίσκεται καθημερινά ένα τεράστιο μέρος της κοινωνίας και επομένως εκεί πρέπει να υπάρχει και η Ορθόδοξη μαρτυρία. Το ζητούμενο όμως δεν είναι απλώς να είμαστε παρόντες, αλλά πώς είμαστε παρόντες και τι εκπέμπουμε.
Πέρα απο αυτό όμως έχω παρατηρήσει κάτι που με προβληματίζει ολοένα και περισσότερο. Βλέπω μια αλόγιστη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης ακόμη και σε ζητήματα που απαιτούν τη μεγαλύτερη δυνατή διάκριση. Εικόνες της Παναγίας που δημιουργούνται τεχνητά και παρουσιάζονται σαν να αποτελούν κάτι αυθεντικό, ψηφιακές σκηνές από τη ζωή των Αγίων που ουδέποτε υπήρξαν, αναπαραστάσεις γεγονότων της Αγίας Γραφής και, ακόμη περισσότερο, ολόκληρα πνευματικά κείμενα που παράγονται από AI και στη συνέχεια εμφανίζονται ως προσωπικός λόγος. Εκεί, κατά τη γνώμη μου, χρειάζεται να χτυπήσει ένα μεγάλο καμπανάκι για όλους μας.
Σαφώς δεν λέω ότι πρέπει να φοβηθούμε την τεχνολογία, άλλωστε το μέσο δεν βλαπτεί από μόνο του αλλά από αυτόν που χειρίζεται λάθος το μέσο.Το ζήτημα όμως είναι να μη φτάσουμε στο σημείο να χρησιμοποιούμε ένα εργαλείο που δημιουργήθηκε για να υπηρετεί τον άνθρωπο ώστε τελικά να δημιουργεί εκείνο την εικόνα, τον λόγο και κατ' εξοχήν την εμπειρία της πίστης μας.
Γιατί η Ορθοδοξία δεν είναι ψηφιακό περιεχόμενο ούτε η Παναγία μας μια εντυπωσιακή εικόνα κατασκευασμένη για να συγκεντρώσει χιλιάδες αντιδράσεις.Επίσης η η Αγία Γραφή δεν είναι υλικό για να κατασκευάζουμε κινηματογραφικές αναπαραστάσεις κατά βούληση όπως και ο πνευματικός λόγος δεν γίνεται αληθινότερος επειδή είναι καλογραμμένος από έναν αλγόριθμο.
Όλα αυτά με οδηγούν αναπόδραστα σε έναν ακόμη μεγαλύτερο προβληματισμό.
Μήπως σιγά σιγά αρχίζουμε να αντικαθιστούμε την εμπειρία με την αναπαράστασή της; Μήπως προτιμάμε μια τέλεια ψηφιακή εικόνα της Παναγίας από την ταπεινή προσκύνηση μιας εικόνας; Μήπως συγκινούμαστε περισσότερο από μια τεχνητά δημιουργημένη σκηνή από τη ζωή ενός Αγίου παρά από τον πραγματικό βίο, τον αγώνα, την άσκηση, τη μετάνοια και την αγιότητά του; Και τελευταίο και χειρότερο τελικά μπορούμε να καταναλώνουμε καθημερινά τεράστιες ποσότητες "πνευματικού περιεχομένου" χωρίς αυτό να μετακινεί ούτε ένα χιλιοστό την ίδια μας τη ζωή;
Εδώ ακριβώς θεωρώ ότι βρίσκεται η ουσία όσων συζητά η Εκκλησία για την παρουσία των κληρικών στο διαδίκτυο. Όπως αναφέρω και προηγούμενως δεν χρειάζεται μια φοβική αντιμετώπιση της τεχνολογίας, αλλά πάνω από όλα χρειάζεται διάκριση.
"Μείζων πασῶν τῶν ἀρετῶν ἐστιν ἡ διάκρισις".
Ο κληρικός παραμένει κληρικός και στο διαδίκτυο, ο μοναχός παραμένει μοναχός μπροστά στην κάμερα και ο χριστιανός παραμένει χριστιανός ακόμη κι όταν δεν τον παρακολουθεί κανείς.Το πρόβλημα αρχίζει όταν το μέσο παύει να υπηρετεί τη μαρτυρία και αρχίζει να διαμορφώνει τη μαρτυρία. Όταν μετράμε την απήχηση με likes, την επιρροή με followers, την αξία του λόγου με views και την πνευματικότητα με την αισθητική μιας εντυπωσιακής ψηφιακής εικόνας. Τότε κινδυνεύουμε να περάσουμε από την μαρτυρία της πίστεως στην εμπορευματοποίηση της εικόνας της πίστεως.
Δυστυχώς πιστεύω ότι αυτή είναι τελικά η μεγαλύτερη παγίδα της εποχής μας. Δεν είναι απαραίτητα ότι η Εκκλησία μπήκε στα social media αλλά ότι χωρίς να το καταλάβουμε, τα social media μπήκαν μέσα στην Εκκλησία και αρχίσαμε να κρίνουμε ακόμη και τα ιερά με τους δικούς τους κανόνες.
Θα πρέπει να καταλάβουμε όλοι μηδενός εξαιρουμένου ότι η Εκκλησία δεν έχει ανάγκη να γίνει viral ούτε χρειάζεται να κυνηγά την εποχή για να αποδείξει ότι υπάρχει.Εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια υπάρχει και θριάμβευει χωρίς να κάνει τίποτα από τα παραπάνω.
Αυτό όμως πουχρειάζεται είναι να παραμείνει αυτό που πάντοτε ήταν χώρος μετανοίας, μυστηριακής ζωής, προσευχής, αγάπης και αλήθειας.Μέσα σε έναν κόσμο όπου μπορούμε πλέον να κατασκευάσουμε σχεδόν τα πάντα με τεχνητή νοημοσύνη, πλέον φαντάζει το πιο δύσκολο πράγμα να μη φτιάξουμε έναν τεχνητό Θεό στα μέτρα της δικής μας αισθητικής.Γιατί ο Χριστός δεν μας κάλεσε να κατασκευάσουμε μια εντυπωσιακή εικόνα του αλλά απλά να τον ακολουθήσουμε.
Γι’ αυτό, όσο περισσότερος γίνεται ο ψηφιακός θόρυβος γύρω μας, τόσο περισσότερο ανάγκη έχουμε από εκείνη τη σιωπηλή και αληθινή παρουσία που δεν ζητά να την προσέξουν όλοι, αλλά οδηγεί τον άνθρωπο εκεί όπου πραγματικά πρέπει να στραφεί.
Όχι στο "κοίταξέ με και επιβράβευσε με".
Αλλά στο «Ἐκεῖνον δεῖ αὐξάνειν, ἐμέ δέ ἐλαττοῦσθαι»
Ακριβώς όμως επειδή το θέμα είναι σοβαρό, θεωρώ πως δεν σηκώνει μια ειρωνεία που, χτυπώντας ορισμένες πραγματικές υπερβολές, καταλήγει να δημιουργεί καχυποψία για κάθε προσπάθεια της Εκκλησίας να μιλήσει στον σύγχρονο άνθρωπο με τα μέσα της εποχής του. Ξέρετε, υπάρχει η ασθένεια, υπάρχει και το εργαλείο. Αυτά τα δύο δεν πρέπει να συγχέονται. Η κενοδοξία δεν γεννήθηκε με το κινητό τηλέφωνο και η φιλαρέσκεια δεν περίμενε το διαδίκτυο για να εμφανιστεί στην εκκλησιαστική ζωή. Μπορεί να τη συναντήσεις πίσω από μια κάμερα αλλά και πίσω από μια επιδεικτική.. «παραδοσιακότητα», που καμαρώνει επειδή περιφρονεί όσα δεν καταλαβαίνει. Το ζήτημα επομένως, δεν είναι αν το δάχτυλο αγγίζει οθόνη ή κομποσκοίνι, το ζήτημα είναι αν η καρδιά έχει χώρο για Τον Χριστό ή για τον εαυτό της.
Γιορτάζουμε σε λίγες ημέρες την Πεντηκοστή. Τα γενέθλια της Εκκλησίας. Στην Πεντηκοστή δεν καταργήθηκαν οι γλώσσες των ανθρώπων, αγιάστηκαν για ν' ακουστεί το ένα Ευαγγέλιο μέσα στην πολλαπλότητα του κόσμου. Αυτό έχει τεράστια σημασία. Ο Θεός δεν ζήτησε από τα έθνη να εγκαταλείψουν τη γλώσσα τους για ν' ακούσουν την αλήθεια, έκανε την αλήθεια ν' ακουστεί στη γλώσσα τους. Τι σημαίνει αυτό και πώς συνδέεται με το θέμα μας; Σημαίνει πώς η Εκκλησία βρίσκει τρόπο να επικοινωνήσει την αλήθεια, (η οποία βεβαίως δεν αλλάζει για να γίνει αποδεκτή) μέσα στις γλώσσες των ανθρώπων και που αλλού; Μέσα στα μέσα κάθε εποχής.
Ο Απόστολος Παύλος, δεν πήγε μόνο στη συναγωγή, όπου υπήρχε, ας πούμε, κοινό θρησκευτικό λεξιλόγιο. Πήγε και στην αγορά των Αθηνών, εκεί όπου κυκλοφορούσαν διάφορες φιλοσοφίες, πλάνες, περιέργεια, ειρωνεία, αναζήτηση και σύγχυση. «Διελέγετο… εν τη αγορά κατά πάσαν ημέραν προς τους παρατυγχάνοντας» διαβάζουμε στις Πράξεις. Αυτό είναι μια υπόδειξη πως η Εκκλησία δεν περιμένει πάντοτε τον άνθρωπο να φτάσει στην πόρτα της. Πορεύεται προς εκείνον, όπως ο Χριστός, δεν μας έσωσε από απόσταση. Προσλαμβάνει την ανθρώπινη πραγματικότητα για να τη θεραπεύσει, όπως ο Χριστός προσέλαβε και την ανθρώπινη φύση για να την ανακαινίσει.
Που θέλω να καταλήξω:
Σήμερα, μια άλλη, πολύ μεγαλύτερη «αγορά» του ανθρώπου είναι ο ψηφιακός κόσμος. Εδώ δεν βρίσκονται μόνον χαζά βίντεο, ματαιοδοξία και επιπολαιότητα. Βρίσκονται και παιδιά που μεγαλώνουν μ' έναν αόρατο ζυγό συγκρίσεως, που μαθαίνουν από πολύ νωρίς να μετρούν τον εαυτό τους με τις εικόνες των άλλων, με τα σώματα των άλλων, με τις επιτυχίες των άλλων, με τα likes των άλλων», νέοι που νιώθουν πως αξίζουν όσο αντέχει η εικόνα τους και όσο εντάσσονται στα λεγόμενα.. «πρότυπα ομορφιάς», άνθρωποι που επικοινωνούν διαρκώς και κοινωνούν ελάχιστα, ψυχές που χαμογελούν σε φωτογραφίες με χιλιάδες αντιδράσεις στο Instagram και το βράδυ δεν έχουν σε ποιον να πουν τον πόνο τους. Όποιος βλέπει μόνο το scrolling και δεν βλέπει την.. «πείνα» που κρύβεται πίσω του, κινδυνεύει να γίνει ηθικολόγος εκεί που η Εκκλησία καλείται να γίνει μάνα. Η μάνα δεν ειρωνεύεται το παιδί επειδή χάθηκε στον δρόμο, βγαίνει να το βρει. Όποιος κι αν είναι ο δρόμος, όσο λασπωμένος κι αν είναι..
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει πως κάθε ψηφιακή παρουσία είναι και ποιμαντική. Έχουν και οι οθόνες τη δική τους ασκητική δυσκολία και πολλούς, πάρα πολλούς πειρασμούς. Ο κληρικός που μπαίνει σ' αυτόν τον χώρο πρέπει να γνωρίζει ότι δεν εισέρχεται σε ουδέτερο και αγγελικά πλασμένο περιβάλλον αλλά σε χώρο με τους δικούς του κινδύνους αλλά και δικές του παιδαγωγίες. Δεν ανεβαίνουμε στο διαδίκτυο για να υπάρξουμε, ούτε για να μας συνηθίσουν οι άνθρωποι ως πρόσωπα, ούτε για ν' αποκτήσουμε κοινό. Αν μιλάμε, οφείλουμε να μιλάμε για να ανοίγει ένας δρόμος προς Τον Χριστό και την Εκκλησία. Αν γράφουμε, οφείλουμε να γράφουμε με φόβο Θεού. Αν χρησιμοποιούμε εικόνα, οφείλουμε να προσέχουμε μήπως η εικόνα αυτή δημιουργήσει μία στρεβλή εντύπωση σε σχέση μ' αυτό που θέλουμε να υπηρετήσουμε.
Όμως άλλο αυτό κι άλλο η απαξίωση της ψηφιακής ποιμαντικής. Η ψηφιακή ποιμαντική, όταν είναι υγιής, δεν αντικαθιστά βεβαίως το μυστήριο, μπορεί όμως να οδηγήσει προς αυτό. Σίγουρα δεν αντικαθιστά το πετραχήλι, μπορεί όμως συχνά να ξυπνήσει την ανάγκη της εξομολογήσεως. Αδιαμφισβήτητα δεν αντικαθιστά τη Θεία Ευχαριστία, μπορεί όμως να καλέσει τον άνθρωπο στην ευχαριστιακή σύναξη. Δεν αντικαθιστά την ενορία, υπενθυμίζει όμως ότι στη γειτονιά, υπάρχει ένα πανδοχείο για τον κουρασμένο, για τον απογοητευμένο. Είναι κατώφλι, είναι καμπάνα, είναι πρόσκληση, δεν είναι υποκατάστατο. Όταν αυτό το όριο χαθεί, ναι, κινδυνεύουμε να γίνουμε θέαμα και να χάσουμε τον προσανατολισμό μας. Όταν όμως αυτό το όριο διατηρείται, το μέσο, μπορεί να γίνει γέφυρα.
Το ζήτημα δεν είναι αν κάτι φαίνεται αλλά πού οδηγεί αυτό που φαίνεται. Αν οδηγεί στον θαυμασμό του προσώπου μας, έχει ήδη αστοχήσει, όσο ορθόδοξο κι αν είναι το περιεχόμενό του. Αν οδηγεί στη δοξολογία Του Θεού, αν έλκει έναν άνθρωπο προς τη σύναξη, προς την προσευχή, τη μετάνοια, την εξομολόγηση, τη Θεία κοινωνία, τότε η ψηφιακή εικόνα δεν είναι κατ' ανάγκην πτώση. Μπορεί να γίνει σύγχρονη μαρτυρία.
«Ου γαρ εαυτούς κηρύσσομεν, αλλά Χριστόν Ιησούν Κύριον, εαυτούς δε δούλους υμών δια Ιησούν». Δεν κηρύττουμε τον εαυτό μας εδώ μέσα. Αυτό είναι το κριτήριο που κρίνει και τον άμβωνα και το διαδίκτυο. Μπορεί κάποιος να σταθεί μέσα στο ναό, στην Ωραία Πύλη και να κηρύττει τον εαυτό του με τρόπο εκκλησιαστικότατο στην εμφάνιση και μπορεί κάποιος να γράψει μια ανάρτηση και να μη φαίνεται πουθενά ο εαυτός του, επειδή όλος ο λόγος του είναι στραμμένος προς Τον Χριστό και τον άνθρωπο που πονά. Δεν σώζει το μέσο από μόνο του, ούτε καταδικάζει το μέσο από μόνο του. Αυτό που σε κάθε περίπτωση κρίνεται, είναι η Χριστοκεντρικότητα, το ήθος, ο σκοπός, ο καρπός και η εκκλησιαστική αναφορά. Και τα παραπάνω, ας τα βάλει ο καθένας με τη σειρά που εκείνος επιθυμεί.
Γι’ αυτό και μου φάνηκε λιγάκι.. άστοχο ν' αντιπαραθέτουμε απλοϊκά το κομποσκοίνι με το scrolling. Το κομποσκοίνι δεν είναι σύμβολο ενός κόσμου που φοβάται την εξέλιξη, είναι μέσο επικοινωνίας με Τον Θεό και εργαλείο ασκήσεως. Αν η άσκηση λειτουργεί σωστά, τότε καρπός της θα είναι η φώτιση, που θα δείξει τον τρόπο που ο άνθρωπος πρέπει ν' αγγίζει την οθόνη. Το ζητούμενο στη σημερινή εποχή, δεν είναι να φύγει η Εκκλησία από τον ψηφιακό κόσμο για να διαφυλάξει μια.. «καθαρότητα ασφαλείας» αλλά να μπει, όπου χρειάζεται, με λόγο Χριστοκεντρικό, με διάκριση, με αγάπη, με συναίσθηση ότι κάθε λέξη μπορεί να γίνει είτε γέφυρα είτε εμπόδιο. Και το κομποσκοίνι πρέπει να προηγείται του scrolling, ώστε το scrolling να μη γίνει άσκοπη περιπλάνηση.
Νιώθω ευλογημένος που είμαι παιδί ενός ποιμένος και επισκόπου, ο οποίος γνωρίζει από κοντά την αγωνία της σύγχρονης εποχής και ιδίως της νεότητας και που έχει μιλήσει για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ως έναν σύγχρονο άμβωνα. Αφού ο άνθρωπος σήμερα βρίσκεται εδώ μέσα, η Εκκλησία δεν δικαιούται ν' απουσιάζει από φόβο ή αυτάρεσκη νοσταλγία. Δικαιούται να σιωπά μόνο όταν η σιωπή της είναι προσευχητική, όχι όταν είναι παραίτηση από την ποιμαντική της ευθύνη.
Πατέρες και αδελφοί, η μεγάλη πληγή της εποχής μας, δεν είναι η τεχνολογία. Είναι η απώλεια του προσώπου μέσα στην τεχνολογία. Η Εκκλησία σήμερα και σε κάθε εποχή, δεν έχει ν' αντιπροτείνει μια παλαιολατρική άρνηση των μέσων, είναι πολύ φτωχό αυτό. Έχει ν' αντιπροτείνει την επαναφορά του προσώπου. Να θυμίσει στον κάθε άνθρωπο, ότι δεν είναι απλά ένα προφίλ, δεν είναι εικόνα, δεν είναι αλγόριθμος, δεν είναι απήχηση, δεν είναι σώμα προς σύγκριση, δεν είναι επιτυχία προς επίδειξη. Είναι πρόσωπο προσκεκλημένο σε κοινωνία με Τον Θεό. Αν ο λόγος της Εκκλησίας δεν φτάσει ποτέ εκεί όπου αυτός ο άνθρωπος τραυματίζεται, τότε θα μιλούμε μεταξύ μας για την ευλάβεια και την πνευματικότητα, ενώ έξω απ' τη θύρα, θα αιμορραγεί μια ολόκληρη γενιά που υποτίθεται πως θέλουμε να της υποδείξουμε την Οδό προς τη σωτηρία.
Και στην τελική, πριν από κάθε ανάρτηση, πριν από κάθε βίντεο, πριν από κάθε δημόσιο λόγο, πριν ακόμη κι από κάθε ειρωνική κριτική προς όσους προσπαθούν, το ερώτημα πρέπει να είναι ένα: «Αυτό που κάνω οδηγεί έναν άνθρωπο προς τον Χριστό ή τον κρατά γύρω από εμένα;». Αν οδηγεί προς Τον Χριστό, ας γίνει με φόβο Θεού, με ταπείνωση, με εκκλησιαστική ευθύνη και με επίγνωση των ορίων του. Αν κρατά τον άνθρωπο γύρω από εμένα, ας σβήσει πριν δημοσιευθεί, ακόμη κι αν είναι καλογραμμένο, ακόμη κι αν είναι εύστοχο, ακόμη κι αν χειροκροτηθεί και πάρει πολλά likes και αναδημοσιεύσεις.
Μου στέλνουν κάποιοι αδελφοί τις αποφάσεις για την παρουσία των ιερέων στο διαδικτυο , μισοσοβαρά, μισοαστεία γιατί γνωρίζουν ότι είμαι από το 2008 στα μέσα. Με παρουσία , η οποία κάποτε ταιριάζει και κάποτε οχι σε ιερεα. Βλέπετε, ότι εξ αρχής την ανομία μου εγω γινώσκω και ομολογώ.
Ναι, συμφωνώ με τα περισσότερα από όσα ελέχθησαν στην Ι.Σ. σχετικά με την παρουσία των κληρικών στο διαδίκτυο. Ισχύουν και ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Και πολύ καλά κάνανε και τα εθεσαν .
Ωστόσο, οφείλω να επισημάνω τα εξής.
Η αναφορά σε εκείνους που αποκαλούνται «παραδοσιακοί» ιερείς και καταγγέλλουν τους αδελφούς τους ως καινοτομούντες στο διαδίκτυο αφορά, κατά τη γνώμη μου, καθαρά ένα ζήτημα εκδικητικότητας και μια απελπισμένη προσπάθεια να παραμείνουν στο επίκεντρο και να διατηρήσουν τον έλεγχο της ποιμαντικής.
Πατέρες μου, είτε σας αρέσει είτε όχι, είτε μπορείτε είτε όχι να το ακολουθήσετε, η ποιμαντική έχει αλλάξει πεδίο. Και αυτό το πεδίο λέγεται διαδίκτυο και σύγχρονη κοινωνία.
Ξεχάστε τις ομαδούλες και τα θρησκευτικά σας πάρτι με τους άχρωμους, πειθήνιους χριστιανούληδες.
Ναι, να μπουν κάποιοι φραγμοί και να διασωθεί η ιεροπρέπεια. Να αποφευχθούν η αυτοπροβολή και ο πειρασμός της αυτονόμησης, γιατί το κακό έχει παραγίνει.
Ναι, είτε αρέσει είτε δεν αρέσει σε κάποιους, εξαρτόμαστε από την Εκκλησία, από τον επίσκοπο. Δεν πέσαμε από τον ουρανό για να τραβάμε δικό μας μπαϊράκι. Ορισμένοι το έχουν παραξηλώσει με τους δικούς τους κανόνες, τα δικά τους δόγματα και τις δικές τους ερμηνείες.
Ουδείς αντιλέγει. Αλλά ας μη μας παίρνει όλους η μπάλα. Οι καιροί δεν περιμένουν και οι περιστάσεις δεν συγχωρούν.
Τώρα, με αυτό που σχολιάζουν οι ιερείς επι παντός επιστητού και κακώς το κάνουν, έχει τόσο πολιτικό βάρος, που δεν θέλω καν να το σχολιάσω. Καλό είναι να μην πολυπράγμων ο ιερέας γιατί αφιέρωσε την ζωή του στην ταπεινότητα και τον στοχασμό. Αλλα επειδή ζούμε στην Ελλάδα , όλοι καταλαβαινουμε ότι αυτή η απαγορευση σημαίνει ' μη γίνεστε δυσάρεστοι με κάποιους συγκεκριμένους ανθρώπους εξουσίας και θεσμούς'. Στην κρίση του καθενός να ισχυριστεί ότι δεν σημαίνει αυτό.
Να φύγουν οι ιερείς από το διαδίκτυο, για να μείνουν ποιοι; Οι αιρετικοί; Οι ομαδούλες; Οι γεροντόπληκτοι; Η πνευματικότητα τύπου «Αμήν» και Α.Ι.; Η ιδιωτική θεολογία; Οι ψευδοπροφήτες;
Ήδη ο κόσμος θρησκεύεται έξω από τον ναό και μακριά από τα Μυστήρια. Έχει αναπαυτεί σε μια ιδιωτική θρησκευτικότητα και βολεύεται μια χαρά με τον ψεύτικο, πλαστικό Χριστό που κατασκευάζει το μυαλό του, σύμφωνα με τις επιθυμίες του.
Και, δυστυχώς, κανενός δεν ιδρώνει το αυτί γι’ αυτό.
Και καραγκιόζηδες και κακοί και φρικιά της τεχνολογίας θα γίνουμε, και θα λιώσει η καρέκλα μας από το καθισιό στο νετ, 24/7, αν χρειαστεί!
Δεν κατάλαβα. Θα μας ρωτήσει ο Χριστός στην Κρίση αν είχαμε καλούς τρόπους, σιδερωμένα ράσα, μελιστάλαχτη γλώσσα ή το savoir-vivre του παλιού μεσοαστικού σαλονιού; Ή αν αφήσαμε ψυχές να γλιστρήσουν μέσα από τα δίχτυα του Χριστού και να παραδοθούν στην απώλεια;
Αυτά τα ολίγα.
Γι’ αυτό, όσο περισσότερος γίνεται ο ψηφιακός θόρυβος γύρω μας, τόσο περισσότερο ανάγκη έχουμε από εκείνη τη σιωπηλή και αληθινή παρουσία που δεν ζητά να την προσέξουν όλοι, αλλά οδηγεί τον άνθρωπο εκεί όπου πραγματικά πρέπει να στραφεί.
Όχι στο "κοίταξέ με και επιβράβευσε με".
Αλλά στο «Ἐκεῖνον δεῖ αὐξάνειν, ἐμέ δέ ἐλαττοῦσθαι»
Δέκα αρχές για τη διαδικτυακή παρουσία των κληρικών διατύπωσε χθες ο Μητροπολίτης Χαλκίδος Χρυσόστομος, σε εισήγησή του για τη σχέση της Εκκλησίας με τα ψηφιακά μέσα. Η πρόταση παρουσιάστηκε ως απόπειρα ποιμαντικής ρύθμισης ενός καινούργιου επικοινωνιακού περιβάλλοντος, με επίκεντρο τη διάκριση, την εκκλησιαστική ευθύνη και την αποφυγή προσωπικών υπερβολών. Η αναπαραγωγή των πληροφοριών, η εμπιστευτικότητα των ποιμαντικών σχέσεων, η διαδικτυακή αντιπαράθεση και η εξάρτηση από τις πλατφόρμες συγκρότησαν το περιεχόμενο των σχετικών υποδείξεων. Ανάμεσά τους, ωστόσο, διατυπώθηκε και η απαίτηση η δημόσια παρουσία του κληρικού να εκφράζει την εκκλησιολογική σχέση με τον Επίσκοπο και την Ιερά Σύνοδο. Εδώ ακριβώς αρχίζει μια συζήτηση πολύ σοβαρότερη από τη διαδικτυακή συμπεριφορά ορισμένων ιερέων, καθώς ανακύπτει το παλαιό πρόβλημα της σχέσεως αλήθειας και εκκλησιαστικής εξουσίας.
Η εισήγηση δεν εισηγείται ρητώς την απαγόρευση των κοινωνικών δικτύων. Αποκαλύπτει, εντούτοις, μια χαρακτηριστική αμηχανία του σύγχρονου εκκλησιαστικού λόγου απέναντι στην κατάρρευση των παραδοσιακών μονοπωλίων δημόσιας εκπροσώπησης. Ο κληρικός αποκτά πλέον δυνατότητα δημόσιας παρουσίας χωρίς την αποκλειστική μεσολάβηση των επισκοπικών γραφείων, των εκκλησιαστικών ανακοινώσεων και των καθιερωμένων μηχανισμών δημοσιότητας. Η μεταβολή αυτή δεν συνεπάγεται αναγκαστικά πνευματική ωριμότητα, καθιστά όμως ορατή μια ιστορική ασυμμετρία ανάμεσα στη θεολογία της κοινωνίας και στην πρακτική της ιεραρχικής διαχείρισης. Εκεί όπου θα αναμέναμε μια θεολογική επεξεργασία της νέας κατανομής του λόγου, συναντούμε κυρίως συστάσεις εγκράτειας, αναφοράς στην εξουσία και επικοινωνιακής προφύλαξης.
Η εκκλησιολογική αναφορά στον Επίσκοπο δεν αποτελεί εξωτερική κανονική υποχρέωση, αλλά συστατική διάσταση της ευχαριστιακής συγκρότησης της τοπικής Εκκλησίας. Ο Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος συνδέει την επισκοπική διακονία με την ενότητα του εκκλησιαστικού σώματος, όχι με μια ανεξέλεγκτη κυριότητα επί των συνειδήσεων. Η θεολογία του Μητροπολίτη Ιωάννη Ζηζιούλα θεμελιώνει την εκκλησιαστική ταυτότητα στο γεγονός της κοινωνίας, αποκλείοντας τη μετατροπή του προσώπου σε απλό εξάρτημα θεσμικής λειτουργίας. Επομένως, η κανονική σχέση με τον Επίσκοπο δεν μπορεί να μεταφράζεται απροϋπόθετα σε υποχρέωση συμφωνίας με κάθε δημόσια εκκλησιαστική τοποθέτηση. Η ενότητα δεν αποτελεί ιδεολογική ομοφωνία, όπως η υπακοή δεν αποτελεί παραίτηση από την κρίση και η κανονικότητα δεν εξασφαλίζει αφ’ εαυτής την αλήθεια. Όποιος συγχέει αυτές τις διακρίσεις κινδυνεύει να υποκαταστήσει την ευχαριστιακή εκκλησιολογία με μια πολιτική θεωρία ιεραρχικής νομιμοποίησης, περιβεβλημένη με πατερική ορολογία.
Ας εξετάσουμε άλλωστε ποια Εκκλησία θα είχαμε παραλάβει, εάν η δημόσια ομολογία των κληρικών εξαρτιόταν πάντοτε από τη συγκατάθεση των προϊσταμένων τους. Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής δεν προσάρμοσε τη χριστολογική του πίστη στις απαιτήσεις της αυτοκρατορικής πολιτικής και των εκκλησιαστικών συμβιβασμών. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος δεν απέφυγε τη σύγκρουση με την πολιτική και εκκλησιαστική ισχύ προκειμένου να διαφυλάξει την ηρεμία του θεσμού. Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός δεν θεώρησε τη συμφωνία της πλειοψηφίας στη Φλωρεντία επαρκή απόδειξη της αλήθειας που όφειλε να ομολογήσει. Καμία από αυτές τις περιπτώσεις δεν καταργεί την κανονική τάξη, όλες όμως αποκαλύπτουν την τραγική δυνατότητα η θεσμική νομιμότητα να συγκρουστεί με την εκκλησιαστική συνείδηση. Η Ορθοδοξία που επικαλείται τους Ομολογητές ως αγίους και αντιμετωπίζει κάθε σύγχρονη διαφωνία ως ενδεχόμενη απειθαρχία οφείλει να εξηγήσει αυτή την αντίφαση.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτεί η σύσταση προς τους κληρικούς να αποφεύγουν τη δημόσια τοποθέτηση για κάθε γεγονός, επικαλούμενοι την αναγκαιότητα της διακρίσεως. Η ασκητική παράδοση γνωρίζει την πνευματική αξία της σιωπής, αλλά γνωρίζει εξίσου την ευθύνη του λόγου όταν η σιωπή προστατεύει την αδικία. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος δεν αντιμετώπισε την ομιλία ως απλή επικοινωνιακή δεξιότητα, αλλά ως πράξη που προϋποθέτει πνευματική ωριμότητα και ευθύνη. Η παρρησία, αντιστοίχως, δεν αποτελεί δικαίωμα απεριόριστης φλυαρίας, αλλά δυνατότητα ομολογίας όταν η αλήθεια συνεπάγεται προσωπικό κόστος και θεσμική δυσαρέσκεια. Ο Μισέλ Φουκώ ανέδειξε τη διακινδύνευση ως συστατικό γνώρισμα της παρρησίας, προσφέροντας μια γόνιμη φιλοσοφική αναλογία προς την προβληματική της χριστιανικής μαρτυρίας. Ποιος όμως θα καθορίσει πότε ο ιερέας ομιλεί από πνευματική ευθύνη και πότε παραβιάζει τα όρια μιας επιθυμητής εκκλησιαστικής ευπρέπειας; Εάν η απάντηση αναζητηθεί αποκλειστικά στην κρίση του εκκλησιαστικού προϊσταμένου, τότε η διάκριση κινδυνεύει να αποκτήσει τη μορφή προνομίου της εξουσίας.
Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η καταδίκη της κατασκευής προσωπικού ψηφιακού ειδώλου, καθώς η συγκεκριμένη επισήμανση επιστρέφει αναπόφευκτα προς την ίδια την εκκλησιαστική ιεραρχία. Θα ήταν χρήσιμο να εξεταστεί η σύγχρονη επισκοπική δημοσιότητα με τα ίδια ακριβώς κριτήρια που προτείνονται για τους απλούς κληρικούς. Οι φωτογραφικές καταγραφές, οι αδιάκοπες ανακοινώσεις επισκέψεων, οι τιμητικές προσφωνήσεις και η σκηνοθεσία της εκκλησιαστικής επισημότητας αποτελούν επίσης μορφές παραγωγής δημόσιας εικόνας. Η παρουσία ενός εγκο λπίου ή μιας αρχιερατικής μίτρας δεν απαλλάσσει την εικόνα από τους μηχανισμούς αναγνωρισιμότητας που διέπουν τον σύγχρονο πολιτισμό.
Το ζήτημα δεν είναι εάν ένας Επίσκοπος φωτογραφίζεται, αλλά πότε η διακονία του μετατρέπεται σε διαρκή παράσταση της θεσμικής του παρουσίας. Θα ήταν πράγματι παράδοξο να καταδικάζεται η διαδικτυακή δημοφιλία ενός εφημερίου, ενώ η αντίστοιχη επισκοπική προβολή θεωρείται εξ ορισμού ποιμαντική δραστηριότητα.
Η επίκληση της διακρίσεως ως κορυφαίας αρετής αποδεικνύεται θεολογικά απαιτητικότερη από τη μετατροπή της σε έναν κατάλογο κανόνων διαδικτυακής συμπεριφοράς. Στον Άγιο Ιωάννη της Κλίμακος η διάκριση συνδέεται με την πνευματική ωρίμανση και την ικανότητα αναγνώρισης των εσωτερικών κινήσεων του ανθρώπου. Στον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή η ορθή κρίση συνδέεται με την κάθαρση της επιθυμίας και τον προσανατολισμό της ανθρώπινης ελευθερίας προς τον Θεό. Καμία από αυτές τις προϋποθέσεις δεν επιτρέπει να ταυτίζεται η διάκριση με την αποφυγή δημόσιων αντιπαραθέσεων ή την προστασία της θεσμικής γαλήνης.
Ο Χριστός δεν υπήρξε πάντοτε ευχάριστος συνομιλητής των θρησκευτικών αρχόντων, ούτε οι προφητικές Του καταγγελίες υπάκουσαν σε κάποια θεωρία επικοινωνιακής ουδετερότητας. Η εκκλησιαστική ευπρέπεια αποτελεί αξία μόνον όταν υπηρετεί την αλήθεια, όχι όταν χρησιμοποιείται για να απονευρώσει την κριτική απέναντι στην εξουσία. Η διάκριση που αποφεύγει συστηματικά τη σύγκρουση ενδέχεται τελικά να μην αποτελεί διάκριση, αλλά μια εξαιρετικά καλλιεργημένη μορφή φόβου.
Η τεχνολογία, εξάλλου, δεν αποτελεί απλώς ένα ουδέτερο εργαλείο που περιμένει την ηθική ωριμότητα του χρήστη για να αποκτήσει θετικό περιεχόμενο. Η Εκκλησία επομένως δεν εισέρχεται απλώς σε ένα διαφορετικό επικοινωνιακό περιβάλλον, αλλά συναντά μια ιστορική μεταβολή των όρων συγκρότησης της κοινότητας. Η απάντηση δεν μπορεί να περιορίζεται στην προτροπή να χρησιμοποιούμε τα μέσα χωρίς να υποτασσόμαστε σε αυτά, όσο εύηχη και αν ακούγεται. Απαιτείται μια θεολογική ερμηνεία της ψηφιακής παρουσίας ως νέας μορφής κοινωνικής εμπειρίας, με τις αντιφάσεις, τις δυνατότητες και τις παθολογίες της. Και πρωτίστως απαιτείται η αναγνώριση ότι η εκκλησιαστική αυθεντία δεν μπορεί πλέον να στηρίζεται αποκλειστικά στην απόσταση ανάμεσα στον ομιλούντα και στον ακροατή.
Από την εισήγηση απουσιάζει, επιπλέον, μια ουσιαστική προβληματική για τον λαϊκό άνθρωπο ως φορέα εκκλησιαστικής συνειδήσεως και όχι απλώς ως αποδέκτη ποιμαντικών οδηγιών. Η ευχαριστιακή σύναξη δεν αποτελεί συγκέντρωση παθητικών πιστών γύρω από έναν αποκλειστικό κάτοχο της αλήθειας, αλλά γεγονός κοινωνίας με διακριτά χαρίσματα και διακονίες. Ο Επίσκοπος δεν προηγείται οντολογικά της Εκκλησίας ως ανεξάρτητη πηγή της υπάρξεώς της, αλλά συγκροτεί την ιδιαίτερη διακονία του εντός του εκκλησιαστικού σώματος. Η συνοδικότητα δεν μπορεί συνεπώς να περιορίζεται στην οριζόντια επικοινωνία των επισκόπων, αφήνοντας τους πρεσβυτέρους και τους λαϊκούς στη θέση των αποδεκτών αποφάσεων. Η εκκλησιαστική συνείδηση δεν αποτελεί ιδιοκτησία μιας βαθμίδας της ιεραρχίας, όπως η χάρη δεν κατανέμεται σύμφωνα με τα πρωτόκολλα της θεσμικής επισημότητας.
Μια Εκκλησία που ομιλεί διαρκώς για κοινωνία προσώπων, αλλά δυσκολεύεται να αποδεχθεί την ελευθερία της διαφωνίας, οφείλει να επανεξετάσει το περιεχόμενο της ίδιας της κοινωνίας.
Ασφαλώς, η προστασία των ποιμαντικών απορρήτων, η επαλήθευση των πληροφοριών και η αποφυγή της προσωπικής διαπόμπευσης αποτελούν αναγκαίες εκφράσεις χριστιανικής ευθύνης. Η ορθότητά τους όμως δεν αρκεί για να νομιμοποιήσει κάθε ευρύτερη αντίληψη περί ελέγχου της δημόσιας εκκλησιαστικής παρουσίας. Η διάκριση ανάμεσα στην ποιμαντική μέριμνα και στην επιτήρηση του λόγου οφείλει να παραμένει απολύτως σαφής, ιδιαίτερα σε μια εποχή γενικευμένης δυσπιστίας προς τους θεσμούς. Η Εκκλησία δεν μπορεί να απαιτεί από την κοινωνία εμπιστοσύνη χωρίς να επιτρέπει στο εσωτερικό της τη διατύπωση δύσκολων ερωτημάτων. Ούτε μπορεί να επικαλείται τη συνοδικότητα ως θεολογικό ιδεώδες και να αντιμετωπίζει την κριτική ως ενόχληση που διαταράσσει την επιθυμητή εκκλησιαστική ηρεμία. Η ιστορία των θρησκευτικών θεσμών αποδεικνύει ότι η απώλεια της κριτικής ικανότητας προηγείται συχνά της απώλειας της κοινωνικής τους αξιοπιστίας.
Και εδώ ανακύπτει ένα πρόβλημα βαθύτερα πολιτισμικό, το οποίο ορισμένοι εκπρόσωποι της παλαιότερης εκκλησιαστικής γενιάς φαίνεται να υποτιμούν επικίνδυνα.
Η κοινωνία δεν περιμένει πλέον την επίσημη εκκλησιαστική ανακοίνωση για να διαμορφώσει κρίση, ούτε αναγνωρίζει εκ προοιμίου στο αξίωμα την αποκλειστικότητα της δημόσιας αξιοπιστίας.
Οι νεότερες γενιές διαμορφώνουν διαφορετικές σχέσεις με την αυθεντία, απαιτώντας λογοδοσία, συνέπεια και δυνατότητα πραγματικής συμμετοχής στον δημόσιο διάλογο.
Απέναντι σε αυτή τη μεταβολή, η επιστροφή σε παλαιότερες μορφές πειθαρχίας δεν αποτελεί υπεράσπιση της παραδόσεως, αλλά ενδεχόμενη ιστορική παρανόηση της αποστολής της. Η παράδοση δεν είναι η διατήρηση ενός συστήματος εκπροσώπησης, αλλά η ζωντανή μετάδοση της ευαγγελικής αλήθειας μέσα σε μεταβαλλόμενες ιστορικές συνθήκες. Όταν η θεσμική επιβίωση αποκτά μεγαλύτερη σημασία από τη δυνατότητα ουσιαστικής συνάντησης με τον σύγχρονο άνθρωπο, η ποιμαντική μέριμνα μετατρέπεται σε πολιτισμική άμυνα.
Φοβάμαι ότι ορισμένοι ηλικιακά παλαιότεροι εκπρόσωποι της εκκλησιαστικής ιεραρχίας κινδυνεύουν να οργανώσουν, με αξιοθαύμαστη κανονική ευπρέπεια, έναν ιδιότυπο χορό του Ζαλόγγου. Όχι ασφαλώς τον ιστορικό χορό της θυσίας, του οποίου η τραγικότητα δεν προσφέρεται για εύκολη εξίσωση, αλλά μια μεταφορική πορεία προς την πολιτισμική περιθωριοποίηση.
Κάθε βήμα θα συνοδεύεται από επίκληση της παραδόσεως, κάθε υποχώρηση από εγκώμιο της υπακοής και κάθε χαμένη δυνατότητα επικοινωνίας από έναν ακόμη λόγο περί διακρίσεως.
Θα πρόκειται για την παράδοξη περίπτωση ενός θεσμού που θα θεωρεί ότι υπερασπίζεται την εκκλησιαστική του ταυτότητα, ενώ θα απομακρύνεται από εκείνους προς τους οποίους απευθύνεται. Η ειρωνεία θα είναι οδυνηρή, επειδή η ιστορική αυτή απομάκρυνση θα παρουσιάζεται ως πνευματική σταθερότητα και η αδυναμία συνομιλίας ως πιστότητα στην Ορθοδοξία.
Ο Μητροπολίτης Χαλκίδος ολοκληρώνει την εισήγησή του ζητώντας περισσότερο εκκλησιαστικό ήθος στο διαδίκτυο, ένα αίτημα που προϋποθέτει προηγουμένως τον θεολογικό προσδιορισμό αυτού ακριβώς του ήθους. Είναι το ήθος της ευχαριστιακής κοινωνίας, της παρρησίας και της ελευθερίας των τέκνων του Θεού ή η ευπρεπής συμπεριφορά που εξασφαλίζει την ηρεμία της ιεραρχίας; Είναι η διακονία που αποδέχεται τον έλεγχο και την κριτική ή η εξουσία που θεωρεί κάθε δημόσια αμφισβήτηση πιθανό κίνδυνο για την ενότητα; Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί με περισσότερες οδηγίες προς τους κληρικούς, αλλά με μια βαθύτερη επανεξέταση της σχέσεως επισκοπικής διακονίας και εκκλησιαστικής ελευθερίας.
Η Εκκλησία δεν κινδυνεύει πρωτίστως από έναν ιερέα που εκφράζεται απερίσκεπτα στο διαδίκτυο, όσο από τη θεσμική νοοτροπία που συγχέει την ενότητα με την ομοφωνία. Ο Χριστός δεν θεμελίωσε μια κοινότητα προστατευμένη από τις ενοχλητικές φωνές, αλλά ένα σώμα στο οποίο η αλήθεια καλεί διαρκώς την εξουσία σε μετάνοια.
Η μεγαλύτερη απειλή για την Εκκλησία δεν είναι να χάσει τον έλεγχο του λόγου των κληρικών της, αλλά να χάσει την ικανότητα να ακούει όσα ο λόγος αυτός αποκαλύπτει.
Με αφορμή ένα πρόσφατο άρθρο σε εκκλησιαστική ιστοσελίδα, το οποίο σχολίασε με.. εύθυμη διάθεση αλλά και με αιχμές, την παρουσία των κληρικών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αισθάνομαι την ανάγκη να καταθέσω έναν προβληματισμό. Όχι για να υπερασπιστώ κάθε αστοχία, κάθε υπερβολή, κάθε άκριτη χρήση της εικόνας και του δημόσιου λόγου από κληρικούς, συμπεριλαμβανομένου του υποφαινομένου. Αυτά υπάρχουν και πρέπει πρώτοι εμείς να τ' αναγνωρίζουμε, διότι ο κληρικός που μιλά δημοσίως, δεν μιλά ποτέ ως ιδιώτης. Φέρει επάνω του, ακόμη κι όταν γράφει μία απλή φράση, ένα απόφθεγμα όπως λέει το εν λόγω άρθρο, την ευθύνη μιας ιερωσύνης που δεν του δόθηκε για να τον προβάλει αλλά για να τον καταστήσει διάκονο του λαού Του Θεού.
Ακριβώς όμως επειδή το θέμα είναι σοβαρό, θεωρώ πως δεν σηκώνει μια ειρωνεία που, χτυπώντας ορισμένες πραγματικές υπερβολές, καταλήγει να δημιουργεί καχυποψία για κάθε προσπάθεια της Εκκλησίας να μιλήσει στον σύγχρονο άνθρωπο με τα μέσα της εποχής του. Ξέρετε, υπάρχει η ασθένεια, υπάρχει και το εργαλείο. Αυτά τα δύο δεν πρέπει να συγχέονται. Η κενοδοξία δεν γεννήθηκε με το κινητό τηλέφωνο και η φιλαρέσκεια δεν περίμενε το διαδίκτυο για να εμφανιστεί στην εκκλησιαστική ζωή. Μπορεί να τη συναντήσεις πίσω από μια κάμερα αλλά και πίσω από μια επιδεικτική.. «παραδοσιακότητα», που καμαρώνει επειδή περιφρονεί όσα δεν καταλαβαίνει. Το ζήτημα επομένως, δεν είναι αν το δάχτυλο αγγίζει οθόνη ή κομποσκοίνι, το ζήτημα είναι αν η καρδιά έχει χώρο για Τον Χριστό ή για τον εαυτό της.
Γιορτάζουμε σε λίγες ημέρες την Πεντηκοστή. Τα γενέθλια της Εκκλησίας. Στην Πεντηκοστή δεν καταργήθηκαν οι γλώσσες των ανθρώπων, αγιάστηκαν για ν' ακουστεί το ένα Ευαγγέλιο μέσα στην πολλαπλότητα του κόσμου. Αυτό έχει τεράστια σημασία. Ο Θεός δεν ζήτησε από τα έθνη να εγκαταλείψουν τη γλώσσα τους για ν' ακούσουν την αλήθεια, έκανε την αλήθεια ν' ακουστεί στη γλώσσα τους. Τι σημαίνει αυτό και πώς συνδέεται με το θέμα μας; Σημαίνει πώς η Εκκλησία βρίσκει τρόπο να επικοινωνήσει την αλήθεια, (η οποία βεβαίως δεν αλλάζει για να γίνει αποδεκτή) μέσα στις γλώσσες των ανθρώπων και που αλλού; Μέσα στα μέσα κάθε εποχής.
Ο Απόστολος Παύλος, δεν πήγε μόνο στη συναγωγή, όπου υπήρχε, ας πούμε, κοινό θρησκευτικό λεξιλόγιο. Πήγε και στην αγορά των Αθηνών, εκεί όπου κυκλοφορούσαν διάφορες φιλοσοφίες, πλάνες, περιέργεια, ειρωνεία, αναζήτηση και σύγχυση. «Διελέγετο… εν τη αγορά κατά πάσαν ημέραν προς τους παρατυγχάνοντας» διαβάζουμε στις Πράξεις. Αυτό είναι μια υπόδειξη πως η Εκκλησία δεν περιμένει πάντοτε τον άνθρωπο να φτάσει στην πόρτα της. Πορεύεται προς εκείνον, όπως ο Χριστός, δεν μας έσωσε από απόσταση. Προσλαμβάνει την ανθρώπινη πραγματικότητα για να τη θεραπεύσει, όπως ο Χριστός προσέλαβε και την ανθρώπινη φύση για να την ανακαινίσει.
Που θέλω να καταλήξω:
Σήμερα, μια άλλη, πολύ μεγαλύτερη «αγορά» του ανθρώπου είναι ο ψηφιακός κόσμος. Εδώ δεν βρίσκονται μόνον χαζά βίντεο, ματαιοδοξία και επιπολαιότητα. Βρίσκονται και παιδιά που μεγαλώνουν μ' έναν αόρατο ζυγό συγκρίσεως, που μαθαίνουν από πολύ νωρίς να μετρούν τον εαυτό τους με τις εικόνες των άλλων, με τα σώματα των άλλων, με τις επιτυχίες των άλλων, με τα likes των άλλων», νέοι που νιώθουν πως αξίζουν όσο αντέχει η εικόνα τους και όσο εντάσσονται στα λεγόμενα.. «πρότυπα ομορφιάς», άνθρωποι που επικοινωνούν διαρκώς και κοινωνούν ελάχιστα, ψυχές που χαμογελούν σε φωτογραφίες με χιλιάδες αντιδράσεις στο Instagram και το βράδυ δεν έχουν σε ποιον να πουν τον πόνο τους. Όποιος βλέπει μόνο το scrolling και δεν βλέπει την.. «πείνα» που κρύβεται πίσω του, κινδυνεύει να γίνει ηθικολόγος εκεί που η Εκκλησία καλείται να γίνει μάνα. Η μάνα δεν ειρωνεύεται το παιδί επειδή χάθηκε στον δρόμο, βγαίνει να το βρει. Όποιος κι αν είναι ο δρόμος, όσο λασπωμένος κι αν είναι..
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει πως κάθε ψηφιακή παρουσία είναι και ποιμαντική. Έχουν και οι οθόνες τη δική τους ασκητική δυσκολία και πολλούς, πάρα πολλούς πειρασμούς. Ο κληρικός που μπαίνει σ' αυτόν τον χώρο πρέπει να γνωρίζει ότι δεν εισέρχεται σε ουδέτερο και αγγελικά πλασμένο περιβάλλον αλλά σε χώρο με τους δικούς του κινδύνους αλλά και δικές του παιδαγωγίες. Δεν ανεβαίνουμε στο διαδίκτυο για να υπάρξουμε, ούτε για να μας συνηθίσουν οι άνθρωποι ως πρόσωπα, ούτε για ν' αποκτήσουμε κοινό. Αν μιλάμε, οφείλουμε να μιλάμε για να ανοίγει ένας δρόμος προς Τον Χριστό και την Εκκλησία. Αν γράφουμε, οφείλουμε να γράφουμε με φόβο Θεού. Αν χρησιμοποιούμε εικόνα, οφείλουμε να προσέχουμε μήπως η εικόνα αυτή δημιουργήσει μία στρεβλή εντύπωση σε σχέση μ' αυτό που θέλουμε να υπηρετήσουμε.
Όμως άλλο αυτό κι άλλο η απαξίωση της ψηφιακής ποιμαντικής. Η ψηφιακή ποιμαντική, όταν είναι υγιής, δεν αντικαθιστά βεβαίως το μυστήριο, μπορεί όμως να οδηγήσει προς αυτό. Σίγουρα δεν αντικαθιστά το πετραχήλι, μπορεί όμως συχνά να ξυπνήσει την ανάγκη της εξομολογήσεως. Αδιαμφισβήτητα δεν αντικαθιστά τη Θεία Ευχαριστία, μπορεί όμως να καλέσει τον άνθρωπο στην ευχαριστιακή σύναξη. Δεν αντικαθιστά την ενορία, υπενθυμίζει όμως ότι στη γειτονιά, υπάρχει ένα πανδοχείο για τον κουρασμένο, για τον απογοητευμένο. Είναι κατώφλι, είναι καμπάνα, είναι πρόσκληση, δεν είναι υποκατάστατο. Όταν αυτό το όριο χαθεί, ναι, κινδυνεύουμε να γίνουμε θέαμα και να χάσουμε τον προσανατολισμό μας. Όταν όμως αυτό το όριο διατηρείται, το μέσο, μπορεί να γίνει γέφυρα.
Το ζήτημα δεν είναι αν κάτι φαίνεται αλλά πού οδηγεί αυτό που φαίνεται. Αν οδηγεί στον θαυμασμό του προσώπου μας, έχει ήδη αστοχήσει, όσο ορθόδοξο κι αν είναι το περιεχόμενό του. Αν οδηγεί στη δοξολογία Του Θεού, αν έλκει έναν άνθρωπο προς τη σύναξη, προς την προσευχή, τη μετάνοια, την εξομολόγηση, τη Θεία κοινωνία, τότε η ψηφιακή εικόνα δεν είναι κατ' ανάγκην πτώση. Μπορεί να γίνει σύγχρονη μαρτυρία.
«Ου γαρ εαυτούς κηρύσσομεν, αλλά Χριστόν Ιησούν Κύριον, εαυτούς δε δούλους υμών δια Ιησούν». Δεν κηρύττουμε τον εαυτό μας εδώ μέσα. Αυτό είναι το κριτήριο που κρίνει και τον άμβωνα και το διαδίκτυο. Μπορεί κάποιος να σταθεί μέσα στο ναό, στην Ωραία Πύλη και να κηρύττει τον εαυτό του με τρόπο εκκλησιαστικότατο στην εμφάνιση και μπορεί κάποιος να γράψει μια ανάρτηση και να μη φαίνεται πουθενά ο εαυτός του, επειδή όλος ο λόγος του είναι στραμμένος προς Τον Χριστό και τον άνθρωπο που πονά. Δεν σώζει το μέσο από μόνο του, ούτε καταδικάζει το μέσο από μόνο του. Αυτό που σε κάθε περίπτωση κρίνεται, είναι η Χριστοκεντρικότητα, το ήθος, ο σκοπός, ο καρπός και η εκκλησιαστική αναφορά. Και τα παραπάνω, ας τα βάλει ο καθένας με τη σειρά που εκείνος επιθυμεί.
Γι’ αυτό και μου φάνηκε λιγάκι.. άστοχο ν' αντιπαραθέτουμε απλοϊκά το κομποσκοίνι με το scrolling. Το κομποσκοίνι δεν είναι σύμβολο ενός κόσμου που φοβάται την εξέλιξη, είναι μέσο επικοινωνίας με Τον Θεό και εργαλείο ασκήσεως. Αν η άσκηση λειτουργεί σωστά, τότε καρπός της θα είναι η φώτιση, που θα δείξει τον τρόπο που ο άνθρωπος πρέπει ν' αγγίζει την οθόνη. Το ζητούμενο στη σημερινή εποχή, δεν είναι να φύγει η Εκκλησία από τον ψηφιακό κόσμο για να διαφυλάξει μια.. «καθαρότητα ασφαλείας» αλλά να μπει, όπου χρειάζεται, με λόγο Χριστοκεντρικό, με διάκριση, με αγάπη, με συναίσθηση ότι κάθε λέξη μπορεί να γίνει είτε γέφυρα είτε εμπόδιο. Και το κομποσκοίνι πρέπει να προηγείται του scrolling, ώστε το scrolling να μη γίνει άσκοπη περιπλάνηση.
Νιώθω ευλογημένος που είμαι παιδί ενός ποιμένος και επισκόπου, ο οποίος γνωρίζει από κοντά την αγωνία της σύγχρονης εποχής και ιδίως της νεότητας και που έχει μιλήσει για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ως έναν σύγχρονο άμβωνα. Αφού ο άνθρωπος σήμερα βρίσκεται εδώ μέσα, η Εκκλησία δεν δικαιούται ν' απουσιάζει από φόβο ή αυτάρεσκη νοσταλγία. Δικαιούται να σιωπά μόνο όταν η σιωπή της είναι προσευχητική, όχι όταν είναι παραίτηση από την ποιμαντική της ευθύνη.
Πατέρες και αδελφοί, η μεγάλη πληγή της εποχής μας, δεν είναι η τεχνολογία. Είναι η απώλεια του προσώπου μέσα στην τεχνολογία. Η Εκκλησία σήμερα και σε κάθε εποχή, δεν έχει ν' αντιπροτείνει μια παλαιολατρική άρνηση των μέσων, είναι πολύ φτωχό αυτό. Έχει ν' αντιπροτείνει την επαναφορά του προσώπου. Να θυμίσει στον κάθε άνθρωπο, ότι δεν είναι απλά ένα προφίλ, δεν είναι εικόνα, δεν είναι αλγόριθμος, δεν είναι απήχηση, δεν είναι σώμα προς σύγκριση, δεν είναι επιτυχία προς επίδειξη. Είναι πρόσωπο προσκεκλημένο σε κοινωνία με Τον Θεό. Αν ο λόγος της Εκκλησίας δεν φτάσει ποτέ εκεί όπου αυτός ο άνθρωπος τραυματίζεται, τότε θα μιλούμε μεταξύ μας για την ευλάβεια και την πνευματικότητα, ενώ έξω απ' τη θύρα, θα αιμορραγεί μια ολόκληρη γενιά που υποτίθεται πως θέλουμε να της υποδείξουμε την Οδό προς τη σωτηρία.
Και στην τελική, πριν από κάθε ανάρτηση, πριν από κάθε βίντεο, πριν από κάθε δημόσιο λόγο, πριν ακόμη κι από κάθε ειρωνική κριτική προς όσους προσπαθούν, το ερώτημα πρέπει να είναι ένα: «Αυτό που κάνω οδηγεί έναν άνθρωπο προς τον Χριστό ή τον κρατά γύρω από εμένα;». Αν οδηγεί προς Τον Χριστό, ας γίνει με φόβο Θεού, με ταπείνωση, με εκκλησιαστική ευθύνη και με επίγνωση των ορίων του. Αν κρατά τον άνθρωπο γύρω από εμένα, ας σβήσει πριν δημοσιευθεί, ακόμη κι αν είναι καλογραμμένο, ακόμη κι αν είναι εύστοχο, ακόμη κι αν χειροκροτηθεί και πάρει πολλά likes και αναδημοσιεύσεις.
Ναι, συμφωνώ με τα περισσότερα από όσα ελέχθησαν στην Ι.Σ. σχετικά με την παρουσία των κληρικών στο διαδίκτυο. Ισχύουν και ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Και πολύ καλά κάνανε και τα εθεσαν . Ωστόσο, οφείλω να επισημάνω τα εξής.
Η αναφορά σε εκείνους που αποκαλούνται «παραδοσιακοί» ιερείς και καταγγέλλουν τους αδελφούς τους ως καινοτομούντες στο διαδίκτυο αφορά, κατά τη γνώμη μου, καθαρά ένα ζήτημα εκδικητικότητας και μια απελπισμένη προσπάθεια να παραμείνουν στο επίκεντρο και να διατηρήσουν τον έλεγχο της ποιμαντικής.
Πατέρες μου, είτε σας αρέσει είτε όχι, είτε μπορείτε είτε όχι να το ακολουθήσετε, η ποιμαντική έχει αλλάξει πεδίο. Και αυτό το πεδίο λέγεται διαδίκτυο και σύγχρονη κοινωνία.
Ξεχάστε τις ομαδούλες και τα θρησκευτικά σας πάρτι με τους άχρωμους, πειθήνιους χριστιανούληδες.
Ναι, να μπουν κάποιοι φραγμοί και να διασωθεί η ιεροπρέπεια. Να αποφευχθούν η αυτοπροβολή και ο πειρασμός της αυτονόμησης, γιατί το κακό έχει παραγίνει.
Ναι, είτε αρέσει είτε δεν αρέσει σε κάποιους, εξαρτόμαστε από την Εκκλησία, από τον επίσκοπο. Δεν πέσαμε από τον ουρανό για να τραβάμε δικό μας μπαϊράκι. Ορισμένοι το έχουν παραξηλώσει με τους δικούς τους κανόνες, τα δικά τους δόγματα και τις δικές τους ερμηνείες.
Ουδείς αντιλέγει. Αλλά ας μη μας παίρνει όλους η μπάλα. Οι καιροί δεν περιμένουν και οι περιστάσεις δεν συγχωρούν.
Τώρα, με αυτό που σχολιάζουν οι ιερείς επι παντός επιστητού και κακώς το κάνουν, έχει τόσο πολιτικό βάρος, που δεν θέλω καν να το σχολιάσω. Καλό είναι να μην πολυπράγμων ο ιερέας γιατί αφιέρωσε την ζωή του στην ταπεινότητα και τον στοχασμό. Αλλα επειδή ζούμε στην Ελλάδα , όλοι καταλαβαινουμε ότι αυτή η απαγορευση σημαίνει ' μη γίνεστε δυσάρεστοι με κάποιους συγκεκριμένους ανθρώπους εξουσίας και θεσμούς'. Στην κρίση του καθενός να ισχυριστεί ότι δεν σημαίνει αυτό.
Να φύγουν οι ιερείς από το διαδίκτυο, για να μείνουν ποιοι; Οι αιρετικοί; Οι ομαδούλες; Οι γεροντόπληκτοι; Η πνευματικότητα τύπου «Αμήν» και Α.Ι.; Η ιδιωτική θεολογία; Οι ψευδοπροφήτες;
Ήδη ο κόσμος θρησκεύεται έξω από τον ναό και μακριά από τα Μυστήρια. Έχει αναπαυτεί σε μια ιδιωτική θρησκευτικότητα και βολεύεται μια χαρά με τον ψεύτικο, πλαστικό Χριστό που κατασκευάζει το μυαλό του, σύμφωνα με τις επιθυμίες του.
Και, δυστυχώς, κανενός δεν ιδρώνει το αυτί γι’ αυτό.
Και καραγκιόζηδες και κακοί και φρικιά της τεχνολογίας θα γίνουμε, και θα λιώσει η καρέκλα μας από το καθισιό στο νετ, 24/7, αν χρειαστεί!
Δεν κατάλαβα. Θα μας ρωτήσει ο Χριστός στην Κρίση αν είχαμε καλούς τρόπους, σιδερωμένα ράσα, μελιστάλαχτη γλώσσα ή το savoir-vivre του παλιού μεσοαστικού σαλονιού; Ή αν αφήσαμε ψυχές να γλιστρήσουν μέσα από τα δίχτυα του Χριστού και να παραδοθούν στην απώλεια;
Αυτά τα ολίγα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου