Απεχθανόταν τις φωτογραφίες και τα πορτρέτα.
Κάποτε μάλιστα, έδιωξε… κλοτσηδόν από το γραφείο του τον ζωγράφο Ρωνά που τόλμησε να του ζητήσει να ποζάρει.
Στη Σμύρνη ο Στεργιάδης, έφερε μαζί του από την Ήπειρο και ένα μαστίγιο, βούνευρο το έλεγε ο ίδιος όχι ως ενθύμιο ή διακοσμητικό. Το χρησιμοποίησε πολλές φορές επί δικαίων και αδίκων. Όταν αργότερα συνερχόταν, αναγνώριζε το λάθος που είχε κάνει και ζητούσε συγγνώμη.
Έκδηλη ήταν η αντιπάθειά του προς τον Κλήρο. Όπως έλεγε ο ίδιος, όταν ήταν διοικητής στην Ήπειρο, οι ηγούμενοι μονών και οι κληρικοί που πήγαιναν να τον επισκεφθούν στο γραφείο του, τύλιγαν κάτω από τα ράσα τους διπλές και τρίδιπλες προβιές, γιατί φοβούνταν ότι δεν θα φύγουν χωρίς να τους… μαστιγώσει ο Στεργιάδης.
«Χειρότερη εκλογή δεν μπορούσε να κάνει. Κανείς Μικρασιάτης ούτε τον συγχώρεσε ούτε και θα τον συγχωρήσει ποτέ. Σατράπης, πράκτορας των Άγγλων (ενν. ο Στεργιάδης), θρασύδειλος κι ακαταλόγιστος».
Ο Ηλίας Βενέζης γράφει ότι: «όπως προκύπτει από τις πράξεις του, απ’ τις αφηγήσεις όσων τον γνώρισαν και τον υποστήκανε, απ’ τη μελέτη των αντιδράσεών του ήταν μια προσωπικότητα ανώμαλη. Μοναχικός, άφιλος, στεγνός, χωρίς καρδιά, γεμάτος εγωισμό και αυταρχικότητα, χωρίς τη ζεστασιά μιας γυναίκας, ενός παιδιού, περιχαρακωμένος σ’ ένα μόνο πάθος: να μη ξεφύγει ποτέ από τις εντολές που είχε να εκτελέσει, να κάνει τυφλά αυτό που του είπαν…».
Ο Βρετανός ιστορικός Άρνολντ Τόινμπι, γράφει ότι «οι ικανότητες του Στεργιάδη ήταν πολύτιμες για έναν δικτάτορα, ιδιαίτερα όταν οι συνθήκες του επιβάλλουν να αναλαμβάνει, περιοδικά, τον ρόλο του ληστή ο ίδιος».
Έντονη ήταν η απέχθειά του προς τον Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομο. Πολλές φορές τον ταπείνωσε και τον εξευτέλισε. Κάποτε τον κατηγόρησε ότι καταχράστηκε ένα χρηματικό ποσό. Όταν αντιλήφθηκε το λάθος του, έκανε δώρο στον Χρυσόστομο (ο οποίος το δέχτηκε με… χίλια ζόρια), ένα πανάκριβο, ολοκαίνουργιο, ιταλικό αυτοκίνητο! Παπά «ανέβαζε και κατέβαζε» τον Χρυσόστομο. Βέβαια αυτός ο «παπάς», λιντσαρίστηκε και θανατώθηκε από τον τουρκικό όχλο το 1922, ενώ ο Στεργιάδης, έστω και (αυτό)εξόριστος (έζησε στη Γαλλία άλλα 27 χρόνια…
Λίγο μετά την άφιξή του στη Σμύρνη, οι υπάλληλοι της Τράπεζας Ανατολής (γνωστής από τα περιβόητα ομόλογα του Αρτέμη Σώρρα…), κατέβηκαν σε απεργία, ζητώντας αύξηση των μισθών τους. Έξαλλος ο Στεργιάδης, αφού τους είπε ότι για 400 χρόνια δεν απεργούσαν, διέταξε να τους συλλάβουν και να τους διαπομπεύσουν στην παραλία της Σμύρνης, με τη συνοδεία χωροφυλάκων! Επρόκειτο για πρωτοφανή ενέργεια, που προκάλεσε αλγεινή εντύπωση.
Ο Στρατηγός Δ. Ιωάννου, βρισκόταν στη Μαγνησία (της Μ. Ασίας) και συγκεκριμένα κοντά στις Σάρδεις.
Πήρε μήνυμα από τη Στρατιά της Μ. Ασίας, να παρουσιαστεί στον Ύπατο Αρμοστή, γιατί κατάσχεσε το μεγάλο ποίμνιο ενός τσέτη (άτακτου Τούρκου πολεμιστή)! Ο Στεργιάδης απειλούσε Θεούς και δαίμονες, αναμένοντας τον Ιωάννου. «Μόλις παρουσιαστεί, έχω να τον κάμω το λιγότερο… κιμά», έλεγε. Κάποια στιγμή, έφτασε στο γραφείο του ο Στρατηγός.
Τον κοίταζε ήρεμα, χτυπώντας (κι αυτός) ένα μαστίγιο στην μπότα του. Ο θρασύδειλος Στεργιάδης στην ερώτηση του Στρατηγού, σε έντονο ύφος:«Θα ήθελα να μάθω τι με θέλετε», σηκώθηκε, τον χαιρέτησε και του είπε: «Απλούστατα, Στρατηγέ μου, ήθελα απλώς να γνωρίσω τον… νικητή του Σκρά!».
Ο έμπιστος του Στεργιάδη, Γενικός Γραμματέας της Ύπατης Αρμοστείας στη Σμύρνη, Πέτρος Γουναράκης αναφέρει τα εξής (σε επιστολή του στην «Εστία» το 1968):
«Τας τραγικάς εκείνας ημέρας, κουμμουνισταί περί την τότε κουμμουνιστικήν εφημερίδαν «Ριζοσπάστης» απεβιβάσθησαν εις Σμύρνην και άρχισαν κουμμουνιστικήν προπαγάνδαν μεταξύ του πληθυσμού και του στρατού. Το γεγονός τούτο, εις πάντας γνωστόν, ιστορικώς αποδεδειγμένον και μη αμφισβητηθέν ουδέ από τους ίδιους κουμμουνιστάς.
Ο Στεργιάδης εν συνεννοήσει μετά των στρατιωτικών αρχών, διέταξε την σύλληψιν όλων αυτών και τους έστειλε δια του πρώτου ατμοπλοίου εις τον Πειραιάν, ειπών εις αυτούς ότι την κουμμουνιστικήν των προπαγάνδαν ηδύνατο να την κάμουν εις την Ελλάδα και όχι εις το μέτωπον, μέτωπον δε ήτο τότε η Σμύρνη».
Δεκάδες είναι ακόμα το περιστατικά με τον Στεργιάδη, που αναφέρει ο Βασίλης Τζανακάρης στο βιβλίο του «ΣΜΥΡΝΗ: 1919-1922» και ίσως αναφερθούμε σε αυτά στο μέλλον.
Τα… επίθετα με τα οποία… στολίστηκε κατά καιρούς ο Στεργιάδης, είναι απίστευτα: εντελής, αυλόδουλος, άξεστος, ανισόρροπος, αυταρχικός, αλλόφρων, δράκος, δειλός, εγωιστής, νευρωτικός, τύραννος, τουρκόφιλος, θρασύδειλος, εγωιστής, μισάνθρωπος κ.ά.
Δεν λείπουν και χαρακτηρισμοί όπως: «βρομερή πληγή της Σμύρνης», «Ηρόστρατος και Βάγιας του 1922», «κράμα τρέλας», «κακοποιό πνεύμα», «μαύρη κατάρα», «μοιραίος άνθρωπος», «κατάρα του Γένους», «ωμός σατράπης», κ.ά.
«Οι Έλληνες ήταν πρώτης τάξεως πολεμιστές και, σίγουρα, κάμποσα σκαλοπάτια παραπάνω από τον στρατό του Κεμάλ. Αυτή είναι η άποψη του Γουίταλ (ο Wittal ήταν λοχαγός του Ινδικού Ιππικού, παρατηρητής στην Ανατολία). Πιστεύει (ο Γουίταλ), ότι οι τσολιάδες θα είχαν καταλάβει την Άγκυρα και θα είχαν τελειώσει τον πόλεμο αν δεν είχαν προδοθεί.
Όταν ο Κωνσταντίνος ήρθε στην εξουσία, όλοι οι Έλληνες αξιωματικοί που ήταν σε επιτελικές θέσεις υποβαθμίστηκαν σε χαμηλότερες θέσεις. Πολλοί απ’ αυτούς, είχαν πάρει τα γαλόνια τους με ανδραγαθήματα στο πεδίο της μάχης. Ήταν έξοχοι πολεμιστές και σπουδαίοι ηγέτες. Αυτό δεν εμπόδισε το κόμμα του Κωνσταντίνου να τους διώξει και να τους αντικαταστήσει με αξιωματικούς που δεν είχαν ακούσει ποτέ τους να πέφτει ούτε μια τουφεκιά. Αυτό είχε αποτέλεσμα να σπάσει το μέτωπο».


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου