ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΔΕΞΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΜΑΣ!

Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2013

Ο αντιφατικός άνθρωπος

 Του Μόσχου Εμμανουήλ Λαγκουβάρδου

                                                                              "Ο μισώ, τούτο ποιώ". Ρωμ. 7,15

Έχεις ακούσει, ευγενικέ αναγνώστη, για το "κοινωνικό κράτος", τις "κοινωνικές οργανώσεις", την "κοινωνική αλληλεγγύη" για "χώρες ελευθερίας" και για άλλα παρόμοια. Στις μέρες μας αποκαλύπτονται αυτό που είναι στην πραγματικότητα: με το μέρος πάντα αυτών που τα κατευθύνουν. Τίποτε δεν είναι βέβαιο. Το "ανθρώπινο πρόσωπο" σήμερα, αύριο γίνεται απρόσωπο, εχθρικό, βάρβαρο, ανάλογα με το αν είμαστε αρεστοί ή όχι. 
Το ερώτημα είναι, τί κάνουμε με τους εχθρούς; Είναι χριστιανικό να μισούμε τους εχθρούς μας; Μήπως πρέπει να προσποιούμαστε ότι δεν βλέπουμε την πραγματικότητα; Είναι η χριστιανική αγάπη, όπως λέει ο Νίτσε, που κατόπιν τρελάθηκε, κρυμμένη μνησικακία; 
Νομίζω η απάντηση είναι αυτό που έκαναν στο χωριό μου στη φιλοξενία. Φέρονταν στον ξένο, όχι όμως ήταν αυτός, αλλά όπως ήταν εκείνοι. Στο χωριό μου μ' άρεσε που ο επισκέπτης δεν άλλαζε τις συνήθειες και το χαρακτήρα της οικογένειας που τον φιλοξενούσε. Η οικογένεια τον δεχόταν ως να ήταν ένας από τα μέλη της. Το φαγητό ήταν αυτό που βρισκόταν. Στο τραπέζι η οικογένεια προσευχόταν είτε ο επισκέπτης ήταν πιστός είτε όχι. Ο πατέρας σταύρωνε το ψωμί πριν το τεμαχίσει. 
Η οικογένεια ήταν αυτή που ήταν είτε υπήρχε ο ξένος είτε όχι. Ήταν καλή με τον ξένο, επειδή ήταν καλή, δεν γινόταν καλή για τον ξένο. Η γιαγιά μου δεν ήξερε ποτέ αν θα έχουμε κάποιον επισκέπτη στο τραπέζι. Ο παππούς μου έφερνε μαζί του κάποιον επισκέπτη χωρίς να την προειδοποιήσει. Ο ξένος δεν έβλεπε ποτέ στο πρόσωπό της την επιτήδευση, τις ιδιαίτερες φροντίδες, την κούραση στο πρόσωπό της, όχι γιατί η γιαγιά μου την έκρυβε, αλλά γιατί δεν υπήρχε. Κανείς δεν έδινε ιδιαίτερη σημασία στα πράγματα. Σημασία είχαν τα αισθήματα. Ήταν καλύτερη η καλή διάθεση, παρά τα καινούρια τραπεζομάντιλα και τα ιδιαίτερα φαγητά.
Ο επισκέπτης ένιωθε όπως στο σπίτι του. Το ίδιο παράδειγμα έδινε η εκκλησία. Οι εκκλησιαζόμενοι έμεναν ήσυχοι, τα παιδιά αφήνονταν να κινούνται ελεύθερα. Δεν υπήρχε εκείνη η αποστειρωμένη ατμόσφαιρα της επιβολής της τάξης. Οι άνθρωποι ήταν ταπεινοί, όπως βρέθηκαν, όπως ήταν, δεν τους άλλαζαν οι εξωτερικές συνθήκες. 
Ο Θεός βρέχει επί δικαίους και αδίκους. Ακούει τις προσευχές όχι μόνο των δικαίων, αλλά και των αμαρτωλών. Ο Θεός μας αγαπάει γιατί είναι αγάπη. Αυτή η αγάπη είναι και η φυσική κατάσταση του ανθρώπου, να αγαπάει όχι μόνο τους δικούς του, αλλά και τους εχθρούς του, γιατί το φυσικό του είναι να αγαπάει. Δεν είναι η αγάπη κάτι ιδιαίτερο, κάτι επί πλέον, μια πολυτέλεια, όταν όλα πάνε καλά. Δεν αλλάζει η ύπαρξή μας ανάλογα με τις περιστάσεις. Αυτούς που άλλαζαν ανάλογα με τις περιστάσεις ο κόσμος του λυπούνταν, τον αντιφατικό άνθρωπο. Αλίμονο, λέει ο Απόστολος Παύλος, κουβαλάμε μαζί μας ένα νεκρό. Αφείστε τους νεκρούς να θάψουν τους νεκρούς τους, λένε τα αψευδή χείλη του Κυρίου Ιησού Χριστού. 
Ο άνθρωπος που έχει θεμέλιο τον Ιησού Χριστό μένει αυτός που είναι, σε ένα κόσμο που αλλάζει διαρκώς. "Εκ νυκτός ορθρίζει το πνεύμα μου προς σε ο Θεός. Ότι φως τα προστάγματά σου επί της γης".(Ωδή πέμπτη).

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ

(Ἰω. 3, 13-17)
Πῶς προσεγγίζομε τόν Θεό
  Τό Εὐαγγέλιο πού ἀκούσαμε σήμερα παρότι πολύ σύντομο, μᾶς μιλᾶ γιά τήν αἰώνια ζωή μέ τόν πιό ρεαλιστικό καί ὠμό τρόπο.
            Ἀλλά σάν τί τάχα νά εἶναι αὐτή ἡ αἰώνια ζωή;
            Ἡ ἀπάντηση τοῦ Χριστοῦ εἶναι: «Ἁπλῶς μιά συνέχεια τῆς ζωῆς».
            Συνέχεια ὑπάρχει καί πρός τά κάτω. Καί ὁριζόντια. Συνέχεια (πρός τά κάτω) εἶναι νά πάει κανείς σέ μιά χειρότερη κατάσταση ἀπό αὐτή πού ὑπάρχει ἐδῶ, καί λέγεται κόλαση καί ἀπώλεια. Οὔτε νά τήν θυμᾶται κανείς τέτοια κατάσταση, ὅπως δέν θέλομε νά θυμόμαστε ὅτι εἶναι δυνατόν στήν ἐπίγεια ζωή μας, νά καταντήσομε σέ μιά κατάσταση χειρότερη ἀπό αὐτή στήν ὁποία τώρα βρισκόμαστε. Γιατί εἶναι δυστυχία.
            Ὁ Χριστός μᾶς λέει: «Ἡ ἀληθινή ζωή εἶναι στό χῶρο τοῦ Θεοῦ, πού λέγεται οὐρανός. Καί προσέχετε, μήν κάνετε λάθος. Μή νομίζετε ὅτι ὅπως περπατᾶμε στά βουνά, στούς δρόμους καί στίς θάλασσες, μέ τόν δικό μας τρόπο καί μέ τήν δική μας δύναμη καί ἐξυπνάδα, καί μέ τά μέσα πού δημιουργοῦμε, ἔτσι εἶναι δυνατόν νά ἀνεβεῖ κανείς καί στό χῶρο τοῦ Θεοῦ πού λέγεται αἰώνια ζωή».
            «Οὐδείς ἀναβέβηκεν εἰς τόν οὐρανόν», λέει ὁ Χριστός, «μέ δική του δύναμη». «Εἰ μή ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ ὤν ἐν τῷ οὐρανῷ». Ἐκεῖνος δηλαδή πού εἶναι στόν οὐρανό καί ὁ ὁποῖος κατέβηκε ἀπό ἐκεῖ καί ἦλθε στή γῆ γιά μᾶς, γιά χάρη μας, γιά νά μᾶς πάρει μαζί του. Νά μᾶς ἀνεβάσει στόν οὐρανό.
            Μήν κάνει κανείς τό λάθος, λέγει ὁ Χριστός, νά φαντάζεται ὅτι στόν Παράδεισο, στήν αἰώνια ζωή κοντά στόν οὐράνιο Πατέρα, πηγαίνει ὁ ἄνθρωπος περπατώντας ἤ μέ τά πόδια τοῦ σώματός του ἤ μέ τά πόδια τοῦ μυαλοῦ του ἤ μέ αὐτοκίνητο, εἴτε μέ κανένα ἀεροπλάνο. Δέν γίνονται αὐτά τά πράγματα.
            Μέ κανένα τρόπο δέν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά φτάσει στόν θρόνο τοῦ Θεοῦ.
            Ἀλλά εὐτυχῶς, γιά τόν «χῶρο» αὐτό ὑπάρχει συγκοινωνία. Τήν συγκοινωνία, τήν ἐγκαινίασε ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, πού κατέβηκε ἀπό τόν οὐρανό καί ἦλθε στή γῆ γιά μᾶς. Καί ξαναανέβηκε στόν οὐρανό γιά νά μᾶς ἀνοίξει τήν πόρτα καί νά μᾶς πάρει μαζί του καί νά μᾶς παίρνει μαζί του εἰς τούς αἰῶνες τῶν αἰώνων.
Βάση ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ
            Μᾶς λέγει ὁ Χριστός στό εὐαγγέλιο: «Προσέξτε. Προσέξτε. Ὅταν οἱ Ἑβραῖοι εἶχαν φύγει ἀπό τήν Αἴγυπτο, πού ἦταν δοῦλοι καί βρέθηκαν στήν ἔρημο τοῦ Σινά, βγῆκαν φίδια καί τούς δάγκωναν, ἐξ  αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν τους». Ὅπως ἐξ  αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν μας, ἔρχονται μερικές φορές φίδια νοητά, πού δηλητηριάζουν τήν ψυχή μας καί μᾶς κάνουν νά φτάνουμε σέ μία κατάσταση πού ὅταν μᾶς ρωτᾶνε, τί εἶναι; Πῶς ζεῖς; Ἀπαντᾶμε:
            -Χειρότερα ἀπό θάνατο. Καλύτερα νά εἶχε ρθεῖ θάνατος παρά τέτοια πράγματα.
            Ἔτσι λοιπόν ἀφοῦ εἶχαν βγεῖ τά φίδια καί οἱ Ἑβραῖοι κατάλαβαν τί φταίει, εἶπε ὁ Θεός στό Μωυσῆ: «Στῆσε ἕνα μεγάλο στύλο. Πάνω σ’ αὐτό τό στύλο, κάρφωσε ὁριζόντια ἕνα χάλκινο φίδι. Νά γίνει σταυρός ὁ στύλος μέ τό φίδι. Ὅποιος γυρίζει τά μάτια του καί κοιτάζει αὐτό τό χάλκινο φίδι, τό φίδι τό καρφωμένο στό Σταυρό, θά γίνεται καλά».
            Καί ἦλθε ὁ Χριστός ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο καί ἔστησε καί αὐτός στό κέντρο τοῦ κόσμου, στό Γολγοθά, ἕνα στύλο. Ἐπάνω κάρφωσε τόν ἑαυτό του, ἀφοῦ ἐπῆρε μαζί του, τίς ἁμαρτίες τίς δικές μας. Τό λέει καθαρά ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Παρακάλεσε τόν Πατέρα νά πάρει τίς ἁμαρτίες ὅλων μας καί τίς κάρφωσε στό Σταυρό».
            Ὅποιος λοιπόν τώρα γυρίζει τά μάτια του μέ πίστη στό Σταυρό,
            καί ὁμολογεῖ ὅτι οἱ ἁμαρτίες του καρφώνονται ἀπό τόν Χριστό στό Σταυρό,
            καί πιστεύει στόν Χριστό καί στό θάνατό του, ἐπάνω στό Σταυρό,
            ὅτι ἦλθε στόν κόσμο καί πέθανε γιά μᾶς, γιά τή σωτηρία μας,
            αὐτός ὁ ἄνθρωπος θά ἔχει αἰώνια ζωή.
            Γιατί ἀπό τήν στιγμή πού ἐκδηλώνει μιά τέτοια πίστη, ὁ Χριστός τόν παίρνει στήν ἀγκαλιά του.
            Πῶς γίνεται αὐτό; Ἀπαντάει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός:
            «Οὕτως ἠγάπησεν ὁ Θεός τόν κόσμον ὥστε τόν Υἱόν αὐτοῦ τόν μονογενή ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόληται ἀλλ’ ἔχει ζωήν αἰώνιον». Δέν μποροῦσε νά σωθεῖ ὁ ἄνθρωπος μοναχός του.
            Στήν Ἁγία Τριάδα, Πατέρα, Υἱόν καί Ἅγιο Πνεῦμα, δέν ὑπάρχει ἀνταρσία. Ἐγώ, λέγει, ὁ Χριστός δέν κάνω ὅτι θέλω, ὅτι μοὔρχεται. Ἀλλά μόνο ὅτι μοῦ λέει ὁ Πατέρας μου. Μέ ὑπακοή.
            Καί ὁ Πατέρας ὁ οὐράνιος ἀγαπᾶ τόν κόσμο, ἐμᾶς, τόσο πολύ, ὥστε ἔδωκε τόν Υἱό αὐτοῦ τόν μονογενή, νά γίνει θυσία γιά μᾶς. «Οὕτως ἠγάπησεν ὁ Θεός τόν κόσμον». Ποιός θυσιάζει τό παιδί του γιά ἄλλα πράγματα, ὅτι καί νἆναι αὐτά;
            Κανείς!
            Ἀντίθετα, ὅλα τό κάνει θυσία γιά τό γυιό του.
            Γιά νά δώσει ὁ Θεός, τόν Υἱό του θυσία γιά μᾶς, σημαίνει ὅτι μᾶς ἀγαπᾶ τόσο, πού εἶναι δύσκολο νά τό ἐξηγήσομε καί νά τό ἀναλύσομε. Ἅμα λοιπόν θελήσομε νά ποῦμε ποιά εἶναι ἡ βάση ἐπάνω στήν ὁποία πατᾶμε γιά νά σωθοῦμε ἡ ἀπάντηση εἶναι:
            Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.
            Ἀφοῦ ὁ Θεός μᾶς ἀγαπάει καί τό πιστεύομε ὅτι μᾶς ἀγαπάει καί πᾶμε κοντά του, θά σωθοῦμε. Ἀρκεῖ νά τό θέλομε.
            Γιατί ἀπό τήν στιγμή πού ἕνας ἄνθρωπος γυρίζει κοντά στόν Χριστό μέ πίστη καί μέ μετάνοια, τοῦ συγχωροῦνται ὅλα του τά ἁμαρτήματα.
            Μία ἐγγύηση ὅτι ἕνας ἄνθρωπος στρέφεται σωστά καί κοιτάζει τό χάλκινο φίδι πού εἶναι καρφωμένο ἐπάνω στό στύλο, στό Σταυρό, εἶναι νά τό κάνει μέ πίστη. Ὅταν πιστεύει ὅτι ὁ Χριστός κάρφωσε στό Σταυρό τίς ἁμαρτίες του, λέει:
            «Χριστέ μου ἐγώ σέ πιστεύω. Σέ κατάλαβα, σέ πίστευσα, σέ ἀγαπάω. Θέλω νά ἑνωθῶ μαζί σου. Ἐκεῖνο πού μέ χωρίζει εἶναι: Μία, δύο, τρεῖς, πέντε ἁμαρτίες μου». Τοῦ τίς λέγω καί τόν παρακαλῶ: «Πάρτες, κάρφωσέ τες στό Σταυρό».
            Ἔπειτα τίς λέγω καί ἐνώπιον τοῦ πνευματικοῦ Πατέρα.
            Ἀπό κείνη τήν στιγμή τί γίνεται; Ὁ ἄνθρωπος ὁ βρώμικος γίνεται ὁλοκάθαρος, σάν νά ἦταν ἕνας ἄγγελος. Ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ γίνεται ὁλοκάθαρος.
            Ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων πού θυμοῦνται τίς ἁμαρτίες του, ἐξακολουθεῖ νά εἶναι βρώμικος. Ἀλλά ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ πού τίς σβύνει μέ τήν μετάνοια γίνεται ὁλοκάθαρος. Τί ἀξία ἔχει, νά μέ βρίζει ὁ κόσμος ὅλος, ὅταν μέ ἐπαινεῖ ὁ Χριστός; Καί τί ἀξία ἔχει νά μέ ἐπαινεῖ ὁ κόσμος ὅταν μέ ἀποδοκιμάζει ὁ Θεός; Καί τί ἀξία ἔχει νά μέ μακαρίζει ὁ κόσμος ὅλος καί ἐγώ νά εἶμαι ἕνας ταλαίπωρος πού πρόκειται νά κληρονομήσω τήν αἰώνια ἀπώλεια; Ἤ τί σημασία ἔχει νά μέ κακοτυχίζει ὁ κόσμος ὅλος καί ἐγώ νά εἶμαι ἄξιος νά κληρονομήσω τήν αἰώνια ζωή;
            Γιατί μακαρίζομε τούς μάρτυρες; Τόν ἅγιο Γεώργιο, τόν ἅγιο Δημήτριο, τήν ἁγία Εἰρήνη; Γιατί μακαρίζομε τούς Πατέρες μας, πού τόσο κοπίασαν ἐπάνω στή γῆ γιά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, γιά τήν καλωσύνη καί γιά τήν ἀγάπη, γιά τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ; Γιατί; Γιατί ἔδειξαν τήν μεγαλύτερη σοφία. Τήν μεγαλύτερη ἐξυπνάδα. Ἔδειξαν στήν πράξη ὅτι κατάλαβαν ποῖο εἶναι τό νόημα τῆς ζωῆς.
Ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας
            Ἕνας μεγάλος Γερμανός θεολόγος ἔλεγε:
            «Δέν μέ πειράζει ἄν στά τέλη τῆς ζωῆς μου χάσω τήν δύναμη τοῦ σώματός μου καί δέν μπορῶ νά περπατήσω.
            Δέν μέ πειράζει ἄν χάσω τά αὐτιά μου καί δέν ἀκούω. Ἄν χάσω τά μάτια μου καί δέν βλέπω. Ἄν τά χέρια μου καί τά πόδια μου εἶναι παράλυτα.
            Ἕνα μόνο παρακαλῶ τόν Χριστό: Νά ἔχω τό μυαλό μου στή θέση του, οὕτως ὥστε ὅ,τι καί νά ἀκούω, ὅ,τι  καί νά γίνεται γύρω μου, ἐγώ νά θυμᾶμαι τά λόγια τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου: «οὕτως ἠγάπησεν ὁ Θεός τόν κόσμον ὥστε τόν Υἱόν αὐτοῦ, ἔδωκε γιά μᾶς καί γιά τή σωτηρία μας».
            Αὐτά τά λόγια μοιάζουν μέ τήν μαγνητική βελόνα. Ὅπου καί νά τή βάλεις, γυρίζει καί δείχνει τόν βορρᾶ.
            Ἔτσι πρέπει νά γίνει καί ἡ σκέψη μας, μιά μαγνητική βελόνα, πού θά γυρίζει συνεχῶς στήν πίστη στόν Χριστό καί στό ὅτι ὁ Θεός μᾶς ἀγαπάει τόσο ὥστε ἔδωκε τόν Υἱόν αὐτοῦ γιά τή σωτηρία μας.
            Ἀδελφοί μου. Ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι πάνω ἀπ'  ὅλα αὐτή.
            Νά λέμε προσκυνῶ Πατέρα, Υἱόν καί Ἅγιο Πνεῦμα, Τριάδα ὁμοούσιον καί ἀχώριστον.
            Γιατί ὅταν τελειώνουμε τήν Θεία Λειτουργία, ψάλλομε θριαμβευτικά: «Εἴδομεν τό φῶς τό ἀληθινόν, ἐλάβομεν Πνεῦμα ἐπουράνιον, εὕρομεν πίστιν ἀληθή ἀδιαίρετον Τριάδα προσκυνοῦντες»;
            Τό ψάλλομε ἐπειδή ὁ Χριστός μᾶς εἶπε:
            Ἦλθα στή γῆ γιατί μέ ἔστειλε ὁ Πατέρας μου ἀπό τόν οὐρανό. Γι' αὐτό πιστεύομε τήν Ἁγία Τριάδα Πατέρα, Υἱόν καί Ἅγιο Πνεῦμα. Σέ ὁλόκληρη τήν λατρεία μας, προσευχόμαστε, παρακαλοῦμε, ἑτοιμαζόμαστε, στρεφόμαστε γύρω ἀπό τά λόγια αὐτά.
            Κέντρο τῆς λειτουργίας εἶναι τά λόγια τοῦ Χριστοῦ, πού τά ἐπαναλαμβάνει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος στήν προσευχή πού κάνομε πρίν νά εὐλογήσομε τό ψωμί νά γίνει σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί τό κρασί γιά νά γίνει αἷμα τοῦ Χριστοῦ: «Τόσο πολύ ἀγάπησε ὁ Θεός τόν κόσμο ὥστε ἔστειλε τόν Υἱό του στόν κόσμο γιά μᾶς». Αὐτός μᾶς ἔδωσε τό σῶμα του καί τό αἷμα του νά τό τρῶμε καί νά γινόμαστε ἕνα μαζί του, ὥστε νά βρίσκομε ἀνοικτό τόν δρόμο πρός τήν Βασιλεία του.
            Νά μᾶς φωτίζει ὁ Θεός, τό μυαλό πού μᾶς ἔδωσε καί μᾶς βοηθάει νά κάνομε τόσο μεγάλες ἀνακαλύψεις, νά πετᾶμε στόν οὐρανό, νά κουβεντιάζομε μέ τά τηλέφωνα ἐνῶ βρισκόμαστε πολύ μακρυά, αὐτό τό μυαλό τό τόσο πολύτιμο νά τό χρησιμοποιοῦμε γιά νά βρίσκομε τήν σχέση μας καί τήν ἐπικοινωνία μας μέ τόν Θεό.
            Ὅλες οἱ ἄλλες χρήσεις καί ἀξιοποιήσεις του εἶναι μικρές, μηδαμινές, φτωχές.
            Ὅποιος χρησιμοποιεῖ τό μυαλό του γιά νά βρεῖ τόν Θεό, τό χρησιμοποιεῖ γιά τόν ἀληθινό σκοπό. Γιατί ὁ Θεός μᾶς ἔδωσε μυαλό γιά νά ψάχνομε νά τόν βροῦμε. Εἶναι τόσο μεγάλος ὁ Θεός πού χρειάζεται σωστή σκέψη γιά νά τόν προσεγγίσομε. Σωστή σκέψη εἶναι ἐκείνη πού γίνεται μέ ἠρεμία. Μέ ταπείνωση, μέ ἀγάπη. Καί ὄχι ἡ ὑποδουλωμένη σέ πάθη καί σέ κακίες. Ἀλλά ἐλεύθερη ἀπό αὐτά. Μέ ἀγάπη, μέ ταπείνωση, μέ ὑπομονή, μέ καλωσύνη.
            Νά παρακαλοῦμε τόν Θεό, μου νά μᾶς φωτίζει καί νά μᾶς κατευθύνει σ’ αὐτό τό δύσκολο δρόμο. Εὐλογημένο καί ἅγιο δρόμο, πού ἄν τόν βροῦμε, θά ἔχομε τήν σωστή σχέση μαζί του καί τήν ἐλπίδα τῆς αἰώνιας ζωῆς. Ἀμήν.-
Μητροπολίτου Νικοπόλεως κυροῦ Μελετίου,
διασκευασμένη ὁμιλία πού ἔγινε στίς 11/9/2005 στήν Ἁγία Εἰρήνη Πρεβέζης/ΠΗΓΗ

Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου 2013

Το φοβερό προφητικό κήρυγμα του Ιωνά στους Νινευίτες

Ιωνάς και Νινευίτες
Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ Ιωνάς, αφού σώθηκε από τα δόντια του κήτους και βγήκε από τη θάλασσα, άρχισε να κηρύσσει στους κατοίκους της Νινευή, που ήταν ειδωλολάτρες. Αρχισε να τους κηρύσσει μετάνοια, όπως τον είχε προστάξει ο Θεός. Τους συμβούλευε να μετανοήσουν, γιατί αλλιώς σε τρεις μέρες η μεγάλη πόλη Νινευή θα καταστρεφόταν!
 
Το φοβερό προφητικό κήρυγμα ξάφνιασε τους Νινευίτες. Κατατρόμαξε την κυρίαρχη εκείνη πολιτεία, τη συγκλόνισε απ’ άκρη σ’ άκρη. Κομμάτιασε τις καρδιές και του λαού και των αρχόντων, γιατί κατέστρεφε την πόλη τους και κάθε τους ελπίδα. Ακουσαν την προφητική φωνή οι βασιλιάδες και ταράχθηκαν. Τόσο ταπεινώθηκαν, που πέταξαν τα στέμματά τους και πόθησαν τη μετάνοια. Την άκουσαν οι άρχοντες, και θορυβήθηκαν. Έβγαλαν τα λαμπρά φορέματά τους κι έβαλαν τρίχινα και ταπεινά. Την άκουσαν οι γεροντότεροι, κι έχωσαν από συντριβή τα κεφάλια τους μες στη στάχτη. Την άκουσαν οι πλούσιοι, κι αμέσως άνοιξαν τους θησαυρούς τους στους φτωχούς. Την άκουσαν οι δανειστές, και ξέσχισαν αμέσως τα γραμμάτιά τους. Την άκουσαν οι οφειλέτες, κι έτρεξαν να ξοφλήσουν τα χρέη τους. Την άκουσαν οι κλέφτες, κι έδιναν πίσω βιαστικά τα κλοπιμαία στους δικαιούχους. Την άκουσαν όμως και οι δικαιούχοι, και προσποιούνταν πως τα κλεμμένα δεν ήτανε δικά τους, αφήνοντάς τα όλα στους κλέφτες.
Την άκουσαν οι φονιάδες, και εξομολογούνταν τα εγκλήματά τους, καταφρονώντας πια το φόβο των δικαστών. Την άκουσαν όμως και οι δικαστές, και τους συγχώρεσαν, γιατί μέσα σ’ εκείνη την απερίγραπτη συγκίνηση κανείς δεν είχε τη δύναμη να δικάσει. Την άκουσαν οι αμαρτωλοί, και εξομολογήθηκαν τις κακές τους πράξεις. Την άκουσαν οι δούλοι, κι έγιναν με το παραπάνω τίμιοι απέναντι στους αφέντες τους. Την άκουσαν οι πλούσιοι και οι επίσημοι, και έριξαν την έπαρσή τους. Κοντολογίς, άρχισε ο καθένας να φροντίζει για τη σωτηρία του και να παρακαλεί το Θεό. Δεν υπήρχε πια κανείς που να θέλει το κακό του άλλου. Όλοι τώρα είχαν ένα μονάχα πόθο: Πώς να κερδίσουν την ψυχή τους. Και όλοι έσπερναν φιλανθρωπία για να θερίσουν τη συγχώρηση!
Ο προφήτης Ιωνάς στάλθηκε σαν γιατρός στη Νινευή. Και ο γιατρός ανοίγει τις πληγές και τις καθαρίζει με φάρμακα στυπτικά. Σαν νυστέρι χρησιμοποίησε τη φοβερή φωνή του. Δεν τους κάλεσε να μετανοήσουν. Τους έκλεισε τελείως τη θύρα της ελπίδας, για να φοβηθούν και να σταματήσουν τα κακά, που γεννούν τις ψυχικές αρρώστιες. Γιατί η χάρη του Θεού δεν έστειλε τον Ιωνά στην πόλη για να την καταστρέψει, μα για να τη μεταστρέψει.
Ακουσε λοιπόν η Νινευή την προειδοποίησή του, και με νηστείες και προσευχές επέστρεψε στο σωστό δρόμο της ζωής, δείχνοντας πόσα κατορθώνει η καταφυγή στο Θεό. Γιατί αυτή άλλαξε την από­φασή Του. 

Σταμάτησαν τα πολυτελή δείπνα των αρχόντων… Αλλά τί λέω; Αφού τα βρέφη τους έπαψαν να θηλάζουν, ποιός θα ’ταν εκείνος που θ’ αναζητούσε την απόλαυση των νόστιμων φαγητών; Αφού στα ζώα τους δεν έδιναν νερό, ποιός απ’ αυτούς θα έπινε κρασί; Αφού ο βασιλιάς φόρεσε τρίχινο σάκκο, ποιός θα ντυνόταν με πολύτιμη φορεσιά; Αφού έβλεπαν τις γυναίκες του δρόμου να σωφρονούν, ποιός θα έκανε γάμο ή θα πάντρευε τα παιδιά του; Αφού οι ακατάστατοι συμμαζεύονταν από το φόβο, από ποιό στόμα θά ’βγαινε γέλιο; Αφού όλοι έκλαιγαν και πενθούσαν, ποιός θα διασκέδαζε; Αφού οι κλέφτες αυτοτιμωρούνταν για τις κλοπές τους, πού θα βρισκόταν καταχραστής; Αφού η πόλη χανόταν, ποιός θα φύλαγε το σπίτι του;
Το χρυσάφι ήταν ριγμένο καταγής, και όλοι το περιφρονούσαν. Ανοιχτά ήταν τα θησαυροφυλάκια, και κανείς δεν τα πλησίαζε. Οι ακόλαστοι έκλειναν τα μάτια τους, για να μη δουν με πόθο τις ομορφιές των γυναικών. Και οι γυναίκες κρύβονταν για να μη σκανδαλίζουν τους άνδρες. Ο καθένας κοίταζε να ωφελήσει τον διπλανό του και να ωφεληθεί κι ο ίδιος, για να σωθούν στο τέλος όλοι. Ο καθένας παρακινούσε τον άλλο σε προσευχή και εξομολόγηση. Ο καθένας πρόσεχε να μην αμαρτήσει κανείς τους. Έτσι ολόκληρη η πόλη έγινε σαν ένα σώμα. Δεν προσευχόταν εκεί κανένας να σωθεί μονάχος του, αλλά ικέτευε για τη σωτηρία όλων. Γιατί όλοι, σαν ένας άνθρωπος, κινδύνευαν απ’ τον αφανισμό και την καταστροφή. Οι δίκαιοι παρακαλούσαν για τους αμαρτωλούς. Και οι αμαρτωλοί φώναζαν στο Θεό ν’ ακούσει τους δικαίους.
Συμμάζεψε το νου σου, αδελφέ μου, και δες πως όλοι μαζί ζούσαν μέσα σε βαρύ πένθος. Το σπαραξικάρδιο κλάμα των νηπίων έκανε όλη την πόλη να οδύρεται. Το ξεφωνητό των παιδιών ξέσχιζε τις καρδιές των γονιών. Οι γέροι μαδούσαν τα μαλλιά τους. Κι οι νέοι, βλέποντάς τους, θρηνολογούσαν με κραυγές. Γιατί όλοι έβλεπαν να πεθαίνουν μαζί την ίδια στιγμή, θάβοντας ο ένας τον άλλο. Πρωί και βράδυ μετρούσαν τις ημέρες που απόμεναν από την προθεσμία του Ιωνά… Αλλη μια μέρα πέρασε! Ελάχιστες είχαν ακόμα! Πλησίαζε η καταστροφή! Τα παιδιά ρωτούσαν τους πατεράδες με δάκρυα: «Πέστε μας, ποιά είν’ η ώρα που ο Εβραίος όρισε να κατεβούμε όλοι μαζί ζωντανοί στον άδη; Πότε θ’ αφανιστεί η ωραία μας πόλη; Ποιά είν’ η μέρα της καταστροφής μας;”. Κι οι πατεράδες, με κόπο, συγκρατώντας το κλάμα τους, για να μην απελπίσουν τα παιδιά τους και τα στείλουν στον τάφο μια ώρα αρχύτερα, τους έλεγαν παρηγορητικά: “Μη φοβάστε, αγαπημένα μας. Έχετε θάρρος. Ο Κύριος είναι πολύ φιλάνθρωπος. Δεν θα εξαφανίσει το πλάσμα Του. Αν ένας ζωγράφος φροντίζει και συντηρεί με κάθε επιμέλεια την άψυχη εικόνα που φιλοτεχνεί, δεν θα φυλάξει ο Κύριος την έμψυχη και λογική εικόνα Του; Όχι, δεν θα καταστραφεί η πόλη μας! Απλά ο προφήτης, με την απειλή, μας καλεί σε μετάνοια. Εσείς, παιδιά μας, πόσες φορές φάγατε ξύλο από μάς; Είδατε την ωφέλεια της φοβέρας; Με την τιμωρία γίνατε πιο σοφοί και συνετοί. Σαν πατέρας λοιπόν και ο φιλάνθρωπος Θεός σηκώνει το ραβδί Του, για να φοβίσει και να σωφρονίσει τους γιούς Του. Παιδεύει μα δεν θανατώνει. Συνετίζει και οδηγεί στη μετάνοια… Παρηγορηθείτε, παιδιά, και σταματήστε να κλαίτε. Δεν θ’ αφανιστεί η πόλη μας…”.
Iona
Και να που οι Νινευίτες, παρηγορώντας με τέτοια λόγια τα παιδιά τους, προφήτευαν χωρίς να το θέλουν. Έγιναν αληθινοί προφήτες. Η μετάνοια τους έκανε προφήτες. Εκείνοι, ωστόσο, δεν το ήξεραν. Γι’ αυτό και δεν σταμάτησαν να κλαίνε και να πενθούν. Με αυστηρή νηστεία και με αδιάκοπες προσευχές περνούσαν τις λίγες μέρες της προθεσμίας ως την καταστροφή, που τους είχε αναγγείλει ο προφήτης.
Βγήκε ο βασιλιάς απ’ το παλάτι του, και η πόλη ολόκληρη ζάρωσε από το φόβο της, βλέποντάς τον ντυμένο με τρίχινο σάκκο. Είδε κι ό βασιλιάς την πόλη βυθισμένη στο θρήνο, και βούρκωσαν τα μάτια του. Έκλαψε η πόλη για το βασιλιά, όταν είδε τη συντριβή του. Έκλαψε κι ο βασιλιάς για την πόλη, όταν είδε το πένθος της. Κι ήταν τόσο το κλάμα, τόσος ο οδυρμός του, που έκανε και τις πέτρες να ραγίζουν.
Αν τώρα παραβάλουμε τη μετάνοια των Νινευϊτών με τη δική μας, αυτή μοιάζει με όνειρο και σκιά, που φεύγει και χάνεται γρήγορα. Ποιός από μας προσευχήθηκε έτσι; Ποιός παρακάλεσε με τέτοιο τρόπο; Ποιός ταπεινώθηκε τόσο αφάνταστα ενώπιον του Θεού; Ποιός έβγαλε από πάνω του τις φανερές και κρυφές του πράξεις; Ποιός, στο άκουσμα μιας απλής φωνής, μετανόησε τόσο πολύ για τις αμαρτίες του, που ένιωσε την καρδιά του να ραγίζει από την πολλή συντριβή; Ποιός άκουσε ένα λόγο και θόλωσε ο νους του; Ποιός άκουσε μιαν απειλή και στερέωσε μέσα του τη μνήμη του θανάτου; Ποιός αντίκρυσε με τη μετάνοια μπροστά του τον φιλάν­θρωπο Θεό;

Όλοι μαζί λοιπόν πενθούσαν, γιατί όλοι άκουσαν πως οι μέρες τους τελείωναν μια για πάντα. Ζωντανή κλήθηκε όλη η πόλη να κατεβεί στον άδη! Ο βασιλιάς συγκέντρωσε το στρατό του κι άρχισε με δάκρυα στα μάτια να τους λέει: “Σε πόσους πολέμους νίκησα! Και πόσες φορές δοξαστήκατε κι εσείς μαζί μου, πολεμώντας γενναία εναντίον των εχθρών! Τώρα όμως δεν έχουμε να κάνουμε συνηθισμένο πόλεμο. Νικήσαμε πολλά έθνη και λαούς, μα σε τούτη την περίσταση κινδυνεύουμε να νικηθούμε από έναν άσημο Εβραίο! Η βροντερή φωνή μας τρόμαξε στρατηγούς και βασιλιάδες, και τώρα η φωνή αυτού του ασήμαντου ανθρώπου μας προξενεί τόση φρίκη! Εμείς ερημώσαμε τόσες πόλεις, και τώρα μέσα στη δική μας πόλη κυριαρχεί ένας ξένος! «Η Νινευή, η μάνα των γιγάντων, έπεσε σε τέτοια ταραχή μέσα στα ίδια της τα τείχη από την παρουσία ενός Εβραίου! Στην οικουμένη ολόκληρη βρυχιόταν η φοβερή λέαινα, η Νινευή. Και τώρα ένας Ιωνάς βρυχιέται εναντίον της! 

«Ας μην αδρανήσουμε, φίλοι μου, στη δύσκολη αυτή στιγμή, ούτε και να χαθούμε σαν άνανδροι και δειλοί. Γιατί όποιος υπομένει με ανδρεία τον πειρασμό, κερδίζει δυο πράγματα: Και όσο ζει δοξάζεται, και αφού πεθάνει επαινείται σαν ανδρείος και γενναίος αθλητής. 
Ας δυναμώσουμε λοιπόν και ας αντισταθούμε γενναία. Ας αγωνιστούμε μ’ όλη μας τη δύναμη. Έτσι, κι αν δεν νικήσουμε, ας πεθάνουμε ηρωικά, αφήνοντας πίσω μας δοξασμένο όνομα. «Έχουμε ακούσει, πως η δικαιοκρισία του Θεού απειλεί τους κακούς και τους οδηγεί σε συναίσθηση, ενώ η φιλανθρωπία Του χαρίζει σωτηρία.
 Ας φοβηθούμε λοιπόν τη δικαιοκρισία Του και ας αυξήσουμε την ευσπλαχνία Του. Αν εξιλεωθεί η δικαιοκρισία του Θεού, το πλήθος των οικτιρμών Του θα είναι μαζί μας. 
«Ας μην καταφρονήσουμε τον Ιωνά. Ας μην παρακολουθούμε το κήρυγμά του επιπόλαια. Μπροστά σε όλους τον ρώτησα επανειλημμένα, για να δοκιμαστούν τα λόγια του. Τον κολάκεψα, μα δεν τον έπεισα. Τον φοβέρισα, μα δεν τον έκανα να δειλιάσει. Του πρόσφερα πλούτη, αλλά με περιγέλασε. Τον απείλησα με το σπαθί, και το ειρωνεύτηκε. Ούτε οι απειλές ούτε τα δώρα χαλάρωσαν το φρόνημά του. ”Ο λόγος του έγινε για μας καθρέφτης. Είδαμε να κατοικεί μέσα του ο Θεός και ν’ απειλεί τις πονηρές πράξεις μας. Ήρθε σ’ εμάς σαν ένας ευσυνείδητος γιατρός, που λέει πάντα στον άρρωστο την αλήθεια. Δεν διστάζει να πει ότι χρειάζεται χειρουργική επέμβαση. «Ποιός θα μπορούσε να χαρακτηρίσει ψεύτη αυτόν που προφητεύει συμφορά; Αν ήταν ψεύτης, θα μας μιλούσε διπλωματικά και με επιφανειακή ευγένεια. Αν διαλαλούσε πως θα έχουμε νίκες και ειρήνη, τότε θα τον υποπτευόμασταν σαν κάποιον αισχροκερδή, που προφητεύει δήθεν καλά για μας, αποβλέποντας σε δώρα και απολαυές. Αυτός εδώ όμως ούτε λίγο ψωμάκι δεν δέχεται από τα χέρια μας. Νηστεύει και προσεύχεται. Ίσως φιλοδοξεί να καταστραφεί η πόλη μας, για να μη διαψευσθεί το κήρυγμά του. Ε λοιπόν, κι εμείς με νηστεία και προσευχή ας του εναντιωθούμε, γιατί δεν είν’ εκείνος που αμάρτησε, αλλά εμείς. Την πόλη μας, φίλοι μου, δεν την καταστρέφει ο προφήτης. Την καταστρέφουν τα άνομα έργα μας. Εχθρός μας δεν είν’ ο Ιωνάς. Έχουμε άλλον εχθρό, αόρατο, πανούργο. Μ’ αυτόν πρέπει να πολεμήσουμε γενναία. Έχουμε ακούσει για τ’ αγωνίσματα του δίκαιου Ιώβ. Γνωστή είναι η δοκιμασία του, που κήρυξε σαν σάλπιγγα σ’ όλη την οικουμένη τη νίκη του εναντίον του διαβόλου. Αν λοιπόν ο διάβολος πολε­μάει τόσο σκληρά τους δικαίους, πόσο θα πολεμήσει άραγε εμάς, τους αμαρτωλούς; Εμείς νικήσαμε βασιλιάδες στον πόλεμο. Ας νικήσουμε τώρα το σατανά με τη μετάνοιά μας. Εμπρός, ας αναμετρηθούμε μαζί του! Βγάλτε τους θώρακες και βάλτε σάκκους τρίχινους! Πετάξτε τα τόξα και τρέξτε στις προσευχές! Αφήστε τα σπαθιά κι αρπάξτε την πίστη! Σπάστε τα βέλη και πιάστε τη νηστεία!… Αν νικήσουμε το σατανά, θα είν’ η νίκη μας η μεγαλύτερη απ’ όλες μέχρι τώρα. Και όπως έμπαινα εγώ πρώτος στους άλλους πολέμους, έτσι και σε τούτον τώρα μπαίνω πρώτος”.
Μ’ αυτά τα λόγια, πέταξαν τους χιτώνες τους οι στρατιωτικοί κι έβαλαν σάκκους, όπως ο βασιλιάς. Κι ήταν ντυμένοι όλοι τώρα ταπεινά, αυτοί που πάντα ήταν λαμπροφορεμένοι. Σκόρπισε κήρυκες ο βασιλιάς, που καλούσαν όλη την πόλη σε μετάνοια, φωνάζοντας: “Να εγκαταλείψει ο καθένας την κακία του, για να μην πληγωθεί και σκοτωθεί σ’ αυτόν τον πόλεμο. Ο άρπαγας να επιστρέψει αυτά που άρπαξε. Ο άσωτος να σωφρονιστεί. Ο οργίλος να γίνει πράος. Κανένας να μη μνησικακεί. Κανένας να μην καταριέται. Κανένας να μην κακοκαρδίζει ούτε να κακολογεί τον άλλον. Αν εμείς συγχωρέσουμε τα σφάλματα των συνανθρώπων μας, τότε και ο Θεός θα συγχωρέσει τα δικά μας σφάλματα. Εμπρός λοιπόν, ας οπλιστούμε με νηστείες και προσευχές κι ας αγωνιστούμε όλοι μαζί με ανδρεία και γενναιότητα για τη σωτηρία μας”.
Με το διάγγελμα αυτό ο βασιλιάς έφερε στο λαό του την αγάπη, την πίστη και την ελπίδα, που έχουν πολλή δύναμη και προσφέρουν ανακούφιση και χαρά. Έτσι ο γιός του γενναίου γίγαντα Νεβρώδ εγκατέλειψε τα κυνήγια και, αντί γι’ άγρια ζώα, άρχισε να κυνηγάει και να χτυπάει τα πάθη του. Αντί για αγρίμια, έσφαξε τις αισχρές αμαρτίες. Αφήνοντας τα έξω θηρία, πολεμούσε την πονηριά που είχε μέσα του. Κατεβαίνοντας από το καταστόλιστο άρμα του, τριγυρνούσε με τα πόδια στην πόλη και καλούσε όλους σε μετάνοια. Απ’ άκρη σ’ άκρη διέσχιζε τη Νινευή και πάσχιζε να την καθαρίσει απ’ τη βρωμιά της αμαρτίας.
Βλέπει ο Ιωνάς αυτή την απίστευτη μετάνοια και τα χάνει. Θαυμάζει τους Νινευϊτες και ταυτόχρονα πενθεί για τους Ισραηλίτες. Είδε τους απογόνους της Χαναάν να δικαιώνονται με την πίστη, και τους απογόνους του Αβραάμ να έχουν προδώσει το Θεό. Είδε τη Νινευή να μετανοεί πικρά, και τη Σιών να πορνεύει με μανία. Είδε αμαρτωλές της Νινευή να σωφρονούν, και θυγατέρες του Ιακώβ να ασωτεύουν. Είδε στη Νι­νευή ψεύτες να κηρύσσουν την αλήθεια, και στη Σιών ψευδοπροφήτες να παρασύρουν με δόλο το λαό στην ειδωλολατρία. Στη Νινευή τα είδωλα γκρεμίστηκαν στα φανερά, ενώ στην Ιερουσαλήμ λατρεύονταν στα κρυφά. Η Νινευή έγινε ναός και εκκλησία του Θεού, ενώ των Ιεροσολύμων ο ναός κατάντησε σπήλαιο ληστών.
Βλέπει ο Ιωνάς τους Νινευϊτες να είναι πιο μυαλωμένοι και θεοσεβείς. Κι ενώ ο ίδιος με την απειλή του τους έκοβε την ελπίδα, η νηστεία τους την πολλαπλασίαζε και τους υποσχόταν ζωή. Βλέπει ο προφήτης τη μετάνοια και φοβάται μήπως βγει ψεύτικο το κήρυγμά του. Αυτός μετράει τις μέρες και τις νύχτες ως την καταστροφή, ενώ οι Νινευϊτες μετρούν τις αμαρτίες τους. Στέκονται στο στόμα του θανά­του και τρέμοντας χτυπούν τις πύλες του άδη, περιμένοντας τη δίκαιη οργή του Θεού, μα δεν παύουν να ελπίζουν και στο άπειρο έλεός Του. Αισθάνονται πως ο Θεός είναι πολυέλεος και δείχνει την αγάπη και την ευσπλαχνία Του σ’ όσους μετανοούν. Νιώθουν πως ο προφήτης είναι σκληρός, ενώ ο Θεός φιλάνθρωπος. Γι’ αυτό αφήνουν τον σκληρό και καταφεύγουν στον Εύσπλαχνο. Σ’ Εκείνον, που σηκώνει το ραβδί
Του για να φοβερίσει και όχι για να συντρίψει, για να παιδαγωγήσει και όχι για να θανατώσει.
Συνέχεια λοιπόν νήστευαν και αδιάκοπα παρακαλούσαν. Δεν στέγνωσαν τα μάτια τους απ’ της μεταμέλειας τα δάκρυα. Δεν κουράστηκε η γλώσσα τους να εκλιπαρεί το θείο έλεος. Με τη μετάνοια έδεσαν τη νηστεία και με τη νηστεία την καθαρότητα και τη σωφροσύνη.
Όταν η χάρη του Θεού είδε αυτά τα πράγματα, σπλαχνίστηκε τους Νινευϊτες κι έστειλε πάνω τους τη δροσιά της ζωής και της συμπάθειάς Του. Γιατί ο Κύριος, ως φιλάνθρωπος και αγαθός και μακρόθυμος που είναι, δεν θέλει το θάνατο του αμαρτωλού, αλλά την επιστροφή και τη μετάνοια και τη σωτηρία του.
Έφτασε όμως και η μέρα της γενικής καταστροφής τους. Και γέμισε κλάματα η πολιτεία. Το χώμα της γης από την πλημμύρα των δακρύων είχε γίνει σαν πλίθρα. Σήκωσαν οι πατεράδες τα παιδιά τους, για να θρηνήσουν μαζί τον πικρό τους θάνατο. Γέροντες και γερόντισσες πήγαν να κλάψουν στους τάφους, όπου κανένας δεν υπήρχε ούτε για να θάψει ούτε για να θαφτεί. Οι θρηνητικές κραυγές όλων υψώθηκαν ως τους ουρανούς. Ο ένας ρωτούσε τον άλλο με αγωνία: “Ποιά νά ’ναι η ώρα, που όρισε ο Θεός να κατεβούμε όλοι μαζί στον άδη; Με ποιό τρόπο θα έρθει ο θάνατος;…”.
Κόντευε να βραδιάσει. Στάθηκαν οι Νινευϊτες στη θέση του θανάτου και, κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου, θρηνούσαν όλοι για όλους. Αναρωτιόντουσαν, σε ποιά στιγμή θ’ ακουγόταν η φωνή του εξολοθρεμού τους. Νόμιζαν πως το βράδυ θα καταστρεφόταν η πόλη. Περίεργο, όμως! Έφτασε το βράδυ, και δεν είχαν πάθει τίποτα. Ύστερα νόμισαν ότι τη νύχτα θα παραδοθούν στο χάος. Μα και η νύχτα πέρασε, και πάλι τίποτα! Περίμεναν, τέλος, πως θα χαθούν εξάπαντος το πρωί. Να, όμως, που το πρωί ήρθε, και το κακό δεν έγινε!…
Ε, τώρα πια όλα άλλαξαν! Την ώρα που νόμιζαν πως δεν θα υπάρχουν, η ελπίδα τους έγινε βεβαιότητα και η βεβαιότητα χαρά. Η ατμόσφαιρα, από σκυθρωπή, έγινε λαμπρή και γιορταστική. Όλοι μαζί, με συγγενείς και φίλους, δεν ήξεραν πώς να εκφράσουν τη χαρά τους, πώς να δοξάσουν το Θεό, που τους ελέησε, που δέχτηκε τη μετάνοιά τους.
Ο Ιωνάς στεκόταν και παρακολουθούσε από μακριά, γεμάτος φόβο μην αποδειχθεί ψεύτης. Μα η προσδοκία του δεν πραγματοποιήθηκε. Γιατί ο αγαθός Θεός, βλέποντας τα δάκρυα της μετάνοιας των Νινευϊτών, τους σπλαχνίστηκε και ξαναζωντάνεψε τη νεκρή πόλη. Γιατί, αν και δεν είχαν πεθάνει, όμως, με το να περιμένουν έναν τόσο σύντομο και κακό θάνατο, είχαν γίνει σαν νεκροί. Τώρα τους ζωοποίησαν η ελπίδα κι η χαρά, γιατί είδαν τη θεϊκή οργή να έχει μεταβληθεί σε έλεος. Γονάτισαν λοιπόν σε προσευχή και, με τα χέρια υψωμένα στον ουρανό, ευχαριστούσαν το Θεό, που τους έσωσε απροσδόκητα από το θάνατο και με την ευσπλαχνία Του τους χάρισε τη ζωή.
Ο Ιωνάς όμως, βλέποντας ότι, με το να σωθούν οι Νινευϊτες, βγήκε ψεύτης, ήταν υπερβολικά λυπημένος. Όταν τον είδαν σ’ αυτή την κατάσταση, άρχισαν να τον καλοπιάνουν και να του λένε: “Μη λυπάσαι, Ιωνά. Να χαίρεσαι, γιατί εξαιτίας σου βρήκαμε καινούργια ζωή. Εξαιτίας σου γνωρίσαμε το Θεό, τον πλάστη και δημιουργό μας. Μη φοβάσαι, δεν φάνηκες ψεύτης, γιατί καταστράφηκε η κακία μας και οικοδομήθηκε η πίστη μας. Με την υπόδειξή σου βρήκαμε τη μετάνοια και απολαύσαμε ό,τι χρειαζόταν για τη σωτηρία μας, από τους θησαυρούς της ευσπλαχνίας του Θεού. Πες μας, Ιωνά, τί θα ωφελούσε αν είχε καταστραφεί η πόλη μας; Αν είχαμε πεθάνει όλοι; Τί είχες να κερδίσεις, γιέ του Αμαθεί, αν μας είχε καταπιεί όλους ο άδης; Λυπάσαι εσύ, που μας θεράπευσες από τα κακά; Εμείς σ’ ευχαριστούμε μάλλον ως ευεργέτη. Γιατί λοιπόν αναστενάζεις; Επειδή κοπίασες για να έρθει η πόλη όχι στην καταστροφή, αλλά στη θεογνωσία; Και γιατί πενθείς; Επειδή σωθήκαμε με τη μετάνοια; Μα εσύ τώρα έχεις στεφανωθεί. Και αυτό πρέπει να σε γεμίζει χαρά. Χαροποίησες τους αγγέλους στα επουράνια. Πρέπει να χαρείς κι εσύ στη γη, αφού κι ο ίδιος ο Θεός χαίρεται τώρα για μας…”.
Ας δοξάσουμε κι εμείς το Θεό, που μας παρέχει παράδειγμα μετάνοιας και αρραβώνα σωτηρίας μέσω των Νινευϊτών. Γιατί όπως έσωσε τότε εκείνους με τον Ιωνά, έτσι τώρα και πάντοτε σώζει το λαό Του με τον Υιό Του τον μονογενή και καταργεί τον ισραηλιτικό λαό, την άκαρπη συκιά, που εμποδίζει τα έθνη να σώζονται από τους καρπούς της μετάνοιας στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον Οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμη, μαζί με τον Πατέρα και το Αγιο Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
 «Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ (14): «Ιωνάς και Νινευίτες» Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ Αγίου Χρυσοστόμου Σμύρνης και των συν αυτώ Μνήμη Αγίων Μικράς Ασίας

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ
Αγίου Χρυσοστόμου Σμύρνης και
των συν αυτώ Μνήμη Αγίων Μικράς Ασίας

Κατά τη σημερινή Κυριακή προ της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, αδελφοί μου, η Εκκλησία μας τιμά την μνήμη των Αγίων Μαρτύρων της Πίστεως και της Πατρίδος, κληρικών και λαϊκών, οι οποίοι υπέστησαν ανείπωτα μαρτύρια και βρήκαν φρικτό θάνατο, τις ημέρες κατά τις οποίες εξελίχθηκε η Μικρασιατική καταστροφή, από την οποία φέτος συμπληρώνονται 89 χρόνια.
Το Σεπτέμβριο του 1922 παίχθηκε η τελευταία πράξη της μεγαλύτερης τραγωδίας του σύγχρονου Ελληνισμού. Μαζί της έκλεισε το ιστορικό κεφάλαιο της διαρκούς και ουσιαστικής παρουσίας του Ελληνικού στοιχείου στην αντίπερα όχθη του Αιγαίου και οι ευλογημένες πατρίδες πέρασαν στη σφαίρα του ονείρου. Σήμερα δεν μπορούμε παρά να σταθούμε προβληματιζόμενοι για τα λάθη που οδήγησαν στην καταστροφή. Δεν μπορούμε παρά να αναπολούμε τις τελευταίες στιγμές, τα μαρτύρια των προγόνων μας, τον όλεθρο και το θρήνο στα μάτια των προσφύγων, τη θυσία των ηρώων και των Αγίων που έμειναν να θυμίζουν ότι η Ελλάδα δεν ξεριζώνεται και δε σβήνει όσα μαρτύρια κι αν υποστεί, όσες διώξεις κι εξανδραποδισμούς κι αν της επιφυλάξει η μοίρα.
Ο τελευταίος Μητροπολίτης της πολύπαθης και πολύκλαυστης Σμύρνης Χρυσόστομος ήταν ο έσχατος εναπομείνας στις επάλξεις του αγώνα και της αντίστασης. Πανάξιος μιμητής των μεγάλων προγόνων του ηρώων και Αγίων Ιεραρχών, αλλά και απλών παπάδων του Ελληνισμού, έμεινε εκεί προσπαθώντας να εμψυχώσει τους Έλληνες. Έμεινε για να μην εγκαταλείψει τα όσια και τα ιερά μας στα χέρια των απίστων και να θυσιαστεί, ως καλός Ποιμήν, υπέρ του ποιμνίου του. Αξίζει να μάθουμε οι νεοέλληνες το μαρτυρικό του τέλος για ν’ αποκτήσουμε ορθή ιστορική αντίληψη, για να γνωρίζουμε το μεγαλείο εκείνων που δε φείστηκαν αγώνων και θυσιών για την προάσπιση της Ελληνοορθοδοξίας μας.
Ο πολεμικός ανταποκριτής Κώστας Μισαηλίδης γράφει σε ειδικό φυλλάδιο που εξέδωσε για τις τελευταίες ώρες της Σμύρνης και το μαρτυρικό τέλος του Μητροπολίτου Χρυσοστόμου: «Ο δρόμος από την πλατεία του Διοικητηρίου ως την πλατεία Ικί Τσεσμέ αγρίεψε από το μαρτύριο του καινούργιου αυτού Εθνομάρτυρα. Τού έβγαλαν, με ξιφολόγχη, τα μάτια, του έκοψαν τα αυτιά και τη γλώσσα. Τον έσυραν από τα γένια και τα μαλλιά. Γύρω από το σώμα του έστησεν η απάνθρωπη, η αφάνταστα βάρβαρη τουρκική μανία τον πιο φρικτό χορό. Δεν άφησαν τίποτε το σκληρό και το εξευτελιστικό που να μην το κάμουν στο αφανισμένο και μισοσκοτωμένο κορμί του Χρυσοστόμου.... Το πρόσωπό του το κατάχλομο, το σκεπασμένο με αίμα των ματιών του, είχε συνεχώς εστραμμένο προς τον ουρανό και διαρκώς έλεγε «Πάτερ, άφες αυτοίς ου γαρ οίδασι τί ποιούσι». Όταν μπορούσε ύψωνε το δεξί του χέρι και ευλογούσε τους διώκτες του. Κάποιος αναγνωρίζει τη χειρονομία και με το τρομερό μαχαίρι του κόβει και τα δυο χέρια του Δεσπότη. Εκείνος σωριάστηκε στη ματωμένη γη με στεναγμό που φαινόταν ότι ήταν μάλλον στεναγμός ανακουφίσεως παρά πόνου. Ένας στρατιώτης τον αποτέλειωσε με δύο σφαίρες στο κεφάλι».
Την ίδια περίοδο, μαζί με τον Χρυσόστομο, δίνουν την ζωή τους για την αγάπη του Χριστού και της Ελλάδας άλλοι τρεις Μητροπολίτες της Μικρασιατικής γης: Ο Κυδωνιών Γρηγόριος, ο οποίος, αφού σώθηκε, ως εκ θαύματος, από ενέδρα Βούλγαρων Κομιτατζήδων το 1905 στη Μακεδονία, μετετέθη στη Μικρά Ασία όπου και συνέχισε αόκνως την εθνική του δράση. «Το 1918, μετά τον εκτοπισμό των γενναίων Ελλήνων Κυδωνιατών, ο Μητροπολίτης Γρηγόριος εφυλακίσθη εν Κυδωνίαις επί τρεις μήνας. Ακολούθως εφυλακίσθη εν Σμύρνη επί εξάμηνον, μέχρι της 26ης Οκτωβρίου 1918 ότε και παρεπέμφθη εις το Γ΄ Τουρκικόν Στρατοδικείον Σμύρνης, ίνα δικαστεί διά την Ελληνοπρεπή και πατριωτικήν του στάσιν. Διασωθείς τότε, επέπρωτο να μαρτυρήσει υπέρ της Εκκλησίας και του Ελληνικού γένους κατά την Μικρασιατικήν καταστροφήν του 1922». Ο Γρηγόριος αρνήθηκε να εγκαταλείψει το ποίμνιό του, παρότι Αμερικανικό πλοίο έφθασε στις Κυδωνίες για να τον παραλάβει. Τότε συνελήφθη από τους Τούρκους και ετάφη ζωντανός με 38 ιερείς του.
Ο Μοσχονησίων Αμβρόσιος. Διακονώντας, επί σειρά ετών, στο πλάι του Σμύρνης Χρυσοστόμου απέκτησε υψηλό πατριωτικό ήθος το οποίο τον οδήγησε μέχρις και αυτής της θυσίας. Τον Αύγουστο του 1922 συνελήφθη από τους Τούρκους και εστάλη στις Κυδωνίες και από εκεί με τα πόδια στο Αρδαμύτιο. Στη διαδρομή εκτελέστηκε με εννέα ιερείς της συνοδείας του.
Ο Ικονίου Προκόπιος. «Εν Μικρά Ασία ειργάσθη με πολλήν δραστηριότητα, συστήσας διαφόρους νέας Ελληνικάς κοινότητας εν τη επαρχία Ικονίου, ιδρύσας πολλά σχολεία και ανεγήρας πολλάς Εκκλησίας. Διά τας πατριωτικάς αυτού εργασίας εγένετο στόχος των νεοτούρκων σωβινιστών, συλληφθείς δε αιχμάλωτος παρά των κατακτητών κατεδικάσθη εις θάνατον, αλλά δεν εξετελέσθη. Τελικώς, όμως, επέπρωτο και ο Ικονίου να θυσιαστεί υπέρ του Γένους μαρτυρικώς αποθανών εις φυλακάς».
Η θυσία των Αγίων Μαρτύρων Ιεραρχών της Μικράς Ασίας, αγαπητοί μου, αποκαλύπτει μία αδιαμφισβήτητη ιστορική αλήθεια, ότι καμία άλλη θρησκεία στον κόσμο και στην ιστορία δεν έχει να επιδείξει Λειτουργούς της Μάρτυρες στους αγώνες των εθνών για ελευθερία, ανεξαρτησία και δημοκρατία, εκτός από την Ορθόδοξη Εκκλησία. «Ο Κλήρος της Ελληνικής Εκκλησίας υπήρξε πάντοτε πρωτοπόρος στους αγώνες του έθνους και κυρίως στις αλύτρωτες πατρίδες του Ελληνισμού, όπου και επολέμησε και παρότρυνε τους Έλληνες να αγωνιστούν για τα ιερά και τα όσια της φυλής και για την πατρίδα τους και στο τέλος προσέφερε τη ζωή του θυσία στο βωμό της. Ο Κλήρος, έτσι, της νεωτέρας και συγχρόνου Ελλάδος και του Ελληνισμού των αλύτρωτων πατρίδων συνέχισε την αγωνιστική παράδοση και παρέμεινε πιστός στο πνεύμα των Νεομαρτύρων και πρώτων Μαρτύρων – Αγίων της Εκκλησίας».
Είθε η χάρις, που εκπορεύεται από το υπέρ πίστεως και πατρίδος μαρτύριό τους να σκέπει και αγιάζει την πατρίδα και το έθνος μας. ΑΜΗΝ!

Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου 2013

Μια λυτρωτική εμπειρία από την ασθένεια του καρκίνου

13_07_14του Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

Πρόσφατα διάβασα ένα συγκλονιστικό βιβλίο με τίτλο «Υπόσχεση». Είναι γραμμένο από μια μάνα (Μαρίνα Λασηθιωτάκη) που έζησε την πενταετή περιπέτεια, σωματική, ψυχοθεραπευτική, λυτρωτική του γιού της που έφυγε από τον κόσμο αυτό από καρκίνο περίπου σε ηλικία δεκαoκτώ ετών. Είχε ωριμάσει μαζί όλη η οικογένεια στον πόνο και από τον πόνο έζησαν την πίστη, την προσευχή, την ησυχία, την αγάπη, την πραγματική ελευθερία.

Διάβασα το βιβλίο αυτό απνευστί και έμεινα άφωνος. Μου το έδωσε η ίδια η μάνα-συγγραφεύς με αγάπη, γιατί, όπως μου είπε και όπως φαίνεται στο βιβλίο, βοηθήθηκε από τα βιβλία μου –και κυρίως εκείνα που κάνουν λόγο για την ορθόδοξη ψυχοθεραπεία– για να αντιμετωπίση τις δυσκολίες. Ήταν μια άγνωστη σε μένα μέχρι τώρα αναγνώστρια των βιβλίων μου, που ωφελήθηκε από την νηπτική παράδοση της Εκκλησίας για να απαντήση στα ερωτήματα, όπως γράφει: «Γιατί υπάρχουμε; Γιατί ζούμε, αφού θα πεθάνουμε; Ποιό είναι το νόημα της ύπαρξής μας; Υπάρχει Θεός; Είναι δεδομένη η ύπαρξή μας; Αν είναι δεδομένη, έχουμε ελευθερία βουλήσεως η είμαστε περιορισμένοι; Πώς συνδυάζεται η ελευθερία με την αγάπη; Πώς συνδέεται η ατομικότητά μου με τους άλλους ανθρώπους;».
nafpaktounew
Η μάνα-συγγραφεύς, όπως γράφεται στο σύντομο βιογραφικό της, «σπούδασε Αγγλική και Ελληνική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, πήρε μέρος στον αντιδικτατορικό αγώνα της εποχής, ενώ μετά την μεταπολίτευση εντάχθηκε σε κόμμα της αριστεράς». Κυρίως εκείνο που μας ενδιαφέρει εδώ είναι ότι πέρασε με τον γιό της Βανή-Μίνω μέσα από όλους τους σταθμούς ωρίμανσης ψυχολογικής και πνευματικής.

Στην εισαγωγή του βιβλίου παρουσιάζεται μια συνοπτική περιγραφή της πνευματικής ωρίμανσης του γιού και της μάνας και η ανακάλυψη της εσωτερικής προσευχής και του έσω ανθρώπου. Στα δε κεφάλαια που ακολουθούν την κοίμηση του Βανή, γίνεται ανάλυση των επί μέρους καταστάσεων που βίωσαν μάνα και γιός, όπως «ησυχία», «αγάπη, ελευθερία», «ο πόνος», «γιατί να υπάρχουμε», «η ταπείνωση». Με πολύ ωραίο τρόπο, κυρίως εμπειρικό, θίγονται θέματα κοινωνικά, υπαρξιακά, πνευματικά, θεολογικά. Όλα αυτά γράφονται με έναν φιλοσοφικό και θεολογικό λόγο. Η στενότητα του ερωτήματος που βασάνιζε την μάνα μετά την κοίμηση του παιδιού της «ανυπαρξία η ύπαρξη;», «νά ζή κανείς η να μή ζή;», τελικά ανοίχτηκε στην θεολογία της αγάπης και της ελευθερίας.

Πάντως μάνα και γιός πέρασαν μέσα από τον σωματικό, ψυχολογικό και υπαρξιακό πόνο, μέσα από την διαδικασία του φθαρτού σώματος στο νοσοκομείο, από την αποτυχία της ψυχολογίας και της ουμανιστικής ψυχοθεραπείας να αντιμετωπίσουν έναν ετοιμοθάνατο, αφού «δέν μπορούν νάκαταλάβουν τι έχει ανάγκη ο ετοιμοθάνατος», μέσα από την φιλοστοργία, αλλά πέρασαν και μέσα από την νοερά προσευχή, την ενεργοποίηση της νοεράς ενεργείας, την νηπτική ορθόδοξη ησυχία, την ανάγνωση ησυχαστών Πατέρων, την παράδοση του εαυτού τους στον Θεό, την μετάνοια, την μεταποίηση του πόνου σε αγάπη, ταπείνωση, ελευθερία και πολλά άλλα.

Το εκπληκτικό αυτό δίδυμο μάνας–παιδιού με την ευγενική, ευαίσθητη και νηφάλια παρουσία του πατέρα, έζησε σημαντικές εσωτερικές καταστάσεις, όπως περιγράφονται στο βιβλίο.

Το παιδί είχε έντονα υπαρξιακά ερωτήματα, όταν ήταν ακόμη 10 χρονών –πρίν αρρωστήσει. Καθώς ήταν ανάσκελα ξαπλωμένο στο γρασίδι, μεσάνυκτα με αστροφεγγιά είπε: «Εγώ εκεί ψηλά θα πάω να ζήσω». Σε διάλογο με την μάνα του είπε: «Όχι, ρέ μαμά, εκεί είναι το σπίτι μου». Σε ηλικία 14 ετών, μόλις έμαθε ότι έχει καρκίνο, ρώτησε: «Τί γίνεται μετά τον θάνατο; η ζωή σταματά εδώ;». Αλλοτε: «Μαμά, παρακάλα την Παναγία». Σε δύσκολη στιγμή της αρρώστιας έγινε ο διάλογος: «–Τί κάνουμε τώρα; –Προσευχή, γιέ μου, προσευχή». Και σημειώνει η μάνα: «Ο Μίνως ακολούθησε τις οδηγίες της μάνας του, αλλά πήγε πιο μακριά. Ανακάλυψε τον εσωτερικό υπερβατικό άνθρωπο μέσα του».
Είναι και μια μαρτυρία για το πώς εφαρμόζεται στην πράξη η νηπτική παράδοση της Εκκλησίας, η υπομονή, η ησυχία και η νοερά προσευχή, η λεγομένη «Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία» σε δύσκολες καταστάσεις, όπως είναι η ασθένεια του καρκίνου, η προθανάτια αυτή εμπειρία.

Σε έναν άλλο συγκλονιστικό διάλογο ο Βανής-Μίνως είπε, όπως το κατάλαβε η μητρική καρδιά: «Εγώ σε αυτόν τον πλανήτη… δεν έχω θέση πιά. Πάω για άλλο». Και όταν στην τελευταία τάξη του Λυκείου μια καθηγήτρια ρωτούσε τα παιδιά: «Τί επιθυμείτε τώρα με την αποφοίτησή σας; Ποιά τα σχέδιά σας;», και τα παιδιά έδιναν τις απαντήσεις τους, ο Μίνως απάντησε λιτά: «Έναν ανώδυνο θάνατο», και «η τάξη έμεινε άναυδη». Τότε βρισκόταν στο τελευταίο στάδιο της ασθενείας του και προετοιμαζόταν για την αναχώρησή του από τον κόσμο αυτόν.
Το πέρασμα μέσα από την δοκιμασία του καρκίνου δεν ήταν εύκολο. Αλλά εκείνος είχε ένα ηρωϊκό πνεύμα. Αντιμετώπιζε τις δυσκολίες με χιούμορ, συμμετείχε στις εξετάσεις του Σχολείου και μετά από ακτινοθεραπείες, έγραφε στο laptop, άκουγε μουσική, έστησε με φίλο του ερασιτεχνικό radio και έκαναν εκπομπές, έγραψε σενάρια και γύριζε ερασιτεχνικά φιλμάκια, συμμετείχε στην εκδρομή της Γ´ Λυκείου στην Σαντορίνη ένα μήνα πριν φύγει απ’ τον κόσμο αυτόν, έψαχνε περιβαλλοντικά θέματα, έπαιζε bowling στην Γλυφάδα. Γενικά, ήταν δημιουργικός άνθρωπος, δεν διακρινόταν από αδράνεια. Υπήρχε περίπτωση που λύγιζε, «πάλευε με τον πόνο του και ήταν οι ώρες που δεν ήθελε ούτε την μάνα του να βλέπει και αυτή τρελαινόταν. Ανησυχούσε, δεν καταλάβαινε, δεν ήξερε τι να κάνει. Μόνο προσευχή». Περισσότερο ζούσε με ησυχία και προσευχή.
Η προτελευταία και τελευταία ημέρα της ζωής του διακρινόταν από την λιτότητα, την απλότητα, την πίστη και τον συγκλονισμό. Το παιδί εξέφρασε την επιθυμία: «Γίνεται να μας φέρουνε από το Άγιον Όρος λίγο κρασί και λίγο ψωμί;». Όταν το διαβεβαίωσαν ότι θα πραγματοποιηθή η επιθυμία του, είπε: «Να δείς που όλα θα τελειώσουν όμορφα, μαμά». Έπειτα, ο πατέρας του διάβαζε τον βίο του αγίου Σεραφείμ του Σαρώφ, όπως εκείνος το είχε ζητήσει.
Μέσα στους πόνους του Μίνου έγινε ο εξής διάλογος:
«–Μαμά τι άλλο κάνουμε;
–Προσευχή, καμάρι μου, προσευχή.
–Ποιά απ’ όλες;
–Οποία θές. Πές το Πάτερ ημών η απλώς το Κύριε ελέησόν με.
Κείτονταν ημέρες χωρίς μορφασμούς από τους πόνους με κλειστά μάτια. Η μάνα του κράτησε το χέρι του και προσευχόταν κι αυτή».
Μέσα σε μια τέτοια συγκινητική, ήρεμη και βαθειά χριστιανική οικογενειακή ατμόσφαιρα, σε νοσοκομείο της Γερμανίας ο Βανής-Μίνως έφυγε από τον κόσμο αυτόν και πορεύθηκε σε εκείνον που ποθούσε από την μικρή του ηλικία.
Έμεινα άφωνος διαβάζοντας αυτό το συγκλονιστικό βιβλίο, συγκινήθηκα βαθειά. Μόλις τελείωσα την ανάγνωση, τηλεφώνησα σε αυτήν την μάνα και της είπα: «Είσαι ηρωΐδα μάνα. Ήταν τυχερός ο Βανής που είχε μια τέτοια μάνα». Και εκείνη με ταπείνωση απάντησε αφοπλιστικά: «Εγώ είμαι τυχερή που είχα τέτοιο γιό».
Η ίδια γράφει στον πρόλογο του βιβλίου: «Αθελά μου, εντελώς μηχανιστικά από την δική μου πλευρά, του έστρεψα την προσοχή στην προσευχή. Έτσι, όπως θα έκανε η μάνα μου. Προσευχή για να τιθασσεύσει θεραπευτικά τον αβάσταχτο πόνο. Και τότε ο πόνος άρχισε να δουλεύει θεραπευτικά για την ψυχή του Βανή, ενώ εμένα απειλούσε να με συνθλίψει. Ο πόνος, αν δεν σε καταστρέψει, θα σε αναστήσει». Αλλά επειδή ήταν ηρωΐδα μάνα, ο πόνος θεράπευσε τον γιό της, ανέστησε και την ίδια. Εκείνη έχει το θάρρος να γράψη στον πρόλογο του βιβλίου: «Γιέ μου, σ᾽ ευχαριστώ». Και εκείνος θα προσεύχεται για την μάνα του που τον ευεργέτησε.

Ενώ το παρελθόν της μάνας αυτής ήταν αριστερό, την διακατείχε η αναζήτηση της Αλήθειας. Αυτό φαίνεται από όσα γράφει συνοπτικά για τον Camus με τον φιλελεύθερο ουμανισμό του: «Εξεγείρομαι, άρα υπάρχω», για τον Sartre που είναι διχασμένος «πάντα ανάμεσα στον υπαρξισμό και τον Μαρξισμό, καταλήγει σε μια παραδοχή της ελευθερίας, όπως την εννοούσε ο ίδιος» για τους υπαρξιστές, Μαρξιστές φιλοσόφους, αγνωστικιστές η αθέους που «ξέκοψαν τον νου από την καρδιά» για τον Hussel, Hegel, Marx κλπ.
Με την ασθένεια του γιού της γνώρισε τους ψυχολόγους και ψυχαναλυτές, τα ψυχοφάρμακα και την ψυχανάλυση που προτείνουν: «Γίνε φυτό. Να μην αισθάνεσαι. Να μή αυτοκτονήσεις. Η σε καλούν σε ατέρμονες συζητήσεις ψυχοθεραπείας. Όπως αδυνατούν να διαχειριστούν τον θάνατο,αδυνατούν να διαχειριστούν και το υπαρξιακό κενό της μάνας που πενθεί το παιδί της. Εστιάζουν σε προβλήματα ατομικά-ψυχολογικά και χαπακώνουν τόνασθενή. Κύριο μέλημά τους είναι να εξαφανίσουν τα συμπτώματα της λεγόμενης κατάθλιψης».
Έμεινα άφωνος διαβάζοντας αυτό το συγκλονιστικό βιβλίο, συγκινήθηκα βαθειά. Και μέσα σε όλη αυτήν την περιπέτεια η ηρωΐδα μάνα βρήκε την «Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία» και την νηπτική παράδοση της Εκκλησίας και επιβεβαιώνει ότι «η λογική και ο νους είναι δύο παράλληλες ενέργειες της ψυχής», ότι έχουμε μάθει να χρησιμοποιούμε μόνο την λογική ενέργεια και «έχουμε παραμελήσει την άλλη ενέργεια της ψυχής, το νού, που είναι το κέντρο ύπαρξης του ανθρώπου». Αλλά θα πρέπει να συνδέσουμε «τόν νου με τον Θεό, μέσω της νοεράς προσευχής».
Μέσα από την διαδικασία της θεραπευτικής αγωγής της Εκκλησίας ο Βανής υπήρξε γενναίος. «Η στάση του απέναντι στον καρκίνο ήταν ηρωϊκή. Πάλη άνιση, αγώνας μέχρι το τέλος, αγόγγυστος και ΥΠΟΜΟΝΗ-ΥΠΟΜΟΝΗ-ΥΠΟΜΟΝΗ. Η υπομονή του δεν είχε κανένα στοιχείο ηττοπάθειας η παραίτησης. Ήταν σκληρή αποδοχή της πραγματικότητας. Η υπομονή του του έδωσε χρόνο και γαλήνη να στραφή στο πνεύμα του. Ανακάλυψε την προσευχή σιωπηλά. Αυτή τον απογείωσε, τον έκανε να ξεπεράση τον εαυτό του, να βγεί έξω από τον εαυτό του. Μεταμόρφωσε τον χαρακτήρα του, την εγωπάθειά του. Τον οδήγησε ν’ αγαπήσει δυνατά. Έφυγε σαν αετός, ελεύθερος».
Η νηπτική παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας βοήθησε και την μάνα να ελευθερωθή μέσα από τον «άγιο πόνο», γι᾽ αυτό γράφει: «Ο πόνος οβαθύς είναι λυτρωτικός. Σαν καυτό σίδερο στα σωθικά σου, λιώνει τον εγωϊσμό σου. Αποτεφρώνει επιθυμίες και κοσμικά θέλω». «Ο ανείπωτος πόνος σαν οξύ μυτερό λεπίδι, ξύνει την ψυχή της.

ΠΗΓΉ: ΠΕΡΙΟΔΙΚΌ ΙΕΡΆΣ ΜΗΤΡΟΠΌΛΕΩΣ ΝΑΥΠΆΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΊΟΥ ΒΛΑΣΊΟΥ, ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΉ ΠΑΡἘΜΒΑΣΙΣΑΝΑΔΗΜΟΣΊΕΥΣΗ ΑΠΌ: ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΉ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΊΑ./Αντιγραφή

Όσο περισσότερο καλό κάνει, τόσο περισσότερο αγάλλεται. Όσο περισσότερο κακό κάνει, τόσο περισσότερο υποφέρει η ψυχή(Γέροντας Παίσιος)

Ανάλογα με την απομάκρυνσή τους από τον Θεό οι άνθρωποι αισθάνονται σ’ αυτήν την ζωή στενοχώρια και στην άλλη ζωή θα ζουν την αιώνια στενοχώρια. Γιατί από αυτήν την ζωή γεύεται κανείς, σε κάποιο βαθμό, ανάλογα με το πόσο ζη σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, ένα μέρος της χαράς του Παραδείσου. Ή θα ζήσουμε ένα μέρος της χαράς του Παραδείσου από εδώ, και θα πάμε και στον Παράδεισο,, ή θα ζήσουμε ένα μέρος της κολάσεως και -Θεός φυλάξοι!- θα πάμε στην κόλαση. 
Παράδεισος ίσον καλωσύνη.. Κόλαση ίσον κακωσύνη.
 Κάνει κανείς μια καλωσύνη, αισθάνεται χαρά. Κάνει μια στραβοξυλιά, υποφέρει. Όσο περισσότερο καλό κάνει, τόσο περισσότερο αγάλλεται. Όσο περισσότερο κακό κάνει, τόσο περισσότερο υποφέρει η ψυχή του. ο κλέφτης νιώθει χαρά; δεν νιώθει χαρά. 
Ενώ αυτός που κάνει καλωσύνες νιώθει χαρά. Και να βρη κανείς κάτι στον δρόμο, αν το κρατήση και πη ότι είναι δικό του, ανάπαυση δεν θα έχη! Ούτε ξέρει σε ποιον ανήκει ούτε αδίκησε κάποιον ούτε το κλέβει, και όμως δεν αναπαύεται. Πόσο μάλλον να το κλέψη! Ακόμη και όταν κανείς λαμβάνη, πάλι δεν νιώθει την χαρά που νιώθει όταν δίνη. Πόσο μάλλον όταν κλέβη ή όταν αδική, να νιώθη χαρά! Γι’ αυτό, βλέπεις, οι άνθρωποι με την αδικία τι πρόσωπα έχουν, τι γκριμάτσες κάνουν!

(ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ – ΛΟΓΟΙ Α΄ – ΜΕ ΠΟΝΟ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΑΝΘΡΩΠΟ)

Η εκκλησία αντιτάσσει στον εθισμό της άμεσης ικανοποιήσεως κάθε επιθυμίας την άσκηση και την νηστεία

του π. Φιλοθέου Φάρου
Συχνά αυτό που θέλει και που πραγματικά έχει ανάγκη ο άνθρωπος, όχι μόνο δεν συμπίπτουν αλλά είναι εντελώς αντίθετα, και τελικά εκείνο που ο άνθρωπος θέλει, για τον εαυτό του είναι αντίθετο με εκείνο που ο Θεός θέλει γι αυτόν γιατί ο άνθρωπος καταντάει να θέλει την αυτοκαταστροφή του, ενώ ο Θεός θέλει την ολοκλήρωση του ανθρώπου, την πραγμάτωση των ανεξάντλητων δυνατοτήτων του, και την θέωση του.
Έτσι, όσο ο άνθρωπος κάνει αυτό που εκείνος θέλει και όχι αυτό που ο Θεός θέλει γι αυτόν, αυτοκαταστρέφεται. Είναι επομένως επιτακτική ανάγκη να αναπτύξει την δυνατότητα να λέει όχι σε αυτό το αυτοκαταστροφικό του θέλημα και γι αυτό η εκκλησία αντιτάσσει στον εθισμό της άμεσης ικανοποιήσεως κάθε επιθυμίας την άσκηση και την νηστεία.
Η άσκηση και η νηστεία επιδιώκουν μια συμπεριφεριολογική αλλαγή των αυτοκαταστροφικών τάσεων του ανθρώπου που όμως δεν είναι αυτοσκοπός, γιατί τότε θα ήταν ευσεβισμός, αλλά που αποβλέπει στην εσωτερική αλλαγή. Ασκείτε ο άνθρωπος να μπορεί να δίνει κάτι από τον εαυτό του, στον συνάνθρωπο του όχι για να αισθανθεί ότι είναι καλός άνθρωπος, αλλά για να μπορέσει με την χάρη του Θεού με αυτή την άσκηση να αλλάξει την εσωτερική εγωκεντρική του διάθεση σε μια εσωτερική διάθεση προσφοράς και αγάπης για τον συνάνθρωπο.
Η άσκηση για την ανάπτυξη της δυνατότητας του ανθρώπου να αντιστέκεται στις επιθυμίες του αρχίζει από το σώμα και την επιθυμία της τροφής. Ο άνθρωπος π.χ που δεν μπορεί να αντισταθεί στην επιθυμία της τροφής δεν θα μπορέσει ασφαλώς να αντισταθεί στην επιθυμία να παραγνωρίσει τον συνάνθρωπο του για να επιτύχει την δική του επαγγελματική ή κοινωνική ταχτοποίηση.
Στο ποσοστό που εξουσιάζεται ο άνθρωπος από την αγάπη της σάρκας, λέει ο Ισαακ ο Σύρος, δεν μπορεί να αντισταθεί στις πιέσεις που τον εμποδίζουν να καλλιεργήσει μέσα του την αγάπη.
Ο κορεσμός του στομαχιού προκαλεί φλόγα λαγνείας. Εκείνοι που τρέφουν το σώμα αφειδώς δημιουργούν τις προϋποθέσεις, λέει ο αββάς Ευάγριος, για την ικανοποίηση και όλων των άλλων παθών. 


Κελτικός σταυρός της μονής Glendalough


Στην φωτογραφία βλέπουμε έναν από τους πέτρινους Κελτικούς Σταυρούς της μονής του αγίου Κέβιν στο Glendalough της Ιρλανδίας. Επάνω στο σταυρό είναι χαραγμένη η φράση "Γενηθήτω το θέλημα σου". Ο κύκλος των πέτρινων Κελτικών Σταυρών συμβολίζει τον Ήλιο της Δικαιοσύνης, τον Ιησού Χριστό.