
«Ἀνέβη ὁ Ἰησοῦς εἰς Ἰεροσόλυμα ἐπί τῇ Προβατικῇ κολυμβήθρᾳ, τῇ λεγομένῃ κατά Ἰουδαίους Βηθεσδᾶ, πέντε στοάς ἐχούσῃ. Ἐν ταύταις γάρ κατέκειτο πλῆθος τῶν ἀσθενούντων. Ἄγγελος γάρ τοῦ Θεοῦ κατά καιρόν ἐπιφοιτῶν διετάραττεν αὐτήν καί ῥῶσιν ἐχαρίζετο τοῖς προσιοῦσιν ἐν πίστει. Καί ἰδών ὁ Κύριος χρονιοῦντα ἄνθρωπον λέγει πρός αὐτόν: θέλεις ὑγιής γενέσθαι; ὁ ἀσθενών ἀπεκρίνατο: Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, ἵνα ὅταν ταραχθῇ τό ὕδωρ, βάλῃ με εἰς τήν κολυμβήθραν. Ἰατροῖς κατηνάλωσα τόν ἅπαντά μου βίον καί ἐλέους τυχεῖν οὐκ ἠξιώθην. Ἀλλ’ ὁ ἰατρός τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων λέγει πρός αὐτόν: ἆρον σου τόν κράββατον καί περιπάτει, κηρύττων μου τήν δύναμιν καί τό μέγα ἔλεος ἐν τοῖς πέρασιν» (Δοξαστικό των στιχηρών του Εσπερινού της Κυριακής του Παραλύτου σε ήχο πλάγιο του πρώτου).
«Ανέβηκε ο Ιησούς στα Ιεροσόλυμα στην προβατική κολυμβήθρα, η οποία σύμφωνα με τους Ιουδαίους ονομαζόταν Βηθεσδά και είχε πέντε στοές. Σ’ αυτές ήταν κατάκοιτοι πολλοί άνθρωποι που ήταν ασθενείς. Διότι κατά καιρούς κατέβαινε από τον ουρανό ένας άγγελος του Θεού και τάραζε το νερό της κολυμβήθρας και χάριζε υγεία σε όσους προσέρχονταν με πίστη. Και βλέποντας ο Κύριος έναν άνθρωπο που είχε πολλά χρόνια εκεί, του λέει: θέλεις να γίνεις υγιής; και ο άρρωστος του αποκρίθηκε: Κύριε, δεν έχω άνθρωπο, ώστε όταν ταραχθεί το νερό να με βάλει στην κολυμβήθρα. Ξόδεψα όλη μου την περιουσία στους γιατρούς και δεν αξιώθηκα να ελεηθώ. Αλλά ο ιατρός των ψυχών και των σωμάτων του λέει: πάρε στους ώμους σου το κρεβάτι σου και περπάτα, και διακήρυξε την δύναμή μου και το μέγα έλεος που ήρθα να δώσω στους ανθρώπους στα πέρατα της γης».
«Εορτάζουμε το θαύμα της θεραπείας του παραλύτου της Βηθεσδά κατά τον καιρό της πασχάλιας περιόδου διότι ο Χριστός το πραγματοποίησε κατά την περίοδο της εβραϊκής Πεντηκοστής. Ανέβηκε στα Ιεροσόλυμα κατ’ αυτή την περίοδο και πέρασε από την προβατική κολυμβήθρα, που είχε χτιστεί από τον βασιλιά Σολομώντα. Την ονόμαζαν έτσι επειδή όταν έσφαζαν τα πρόβατα στον ναό για θυσία, εκεί έπλεναν τα εντόσθιά τους. Ο παράλυτος της Βηθεσδά επί τριανταοκτώ έτη περίμενε την θεραπεία από τον άγγελο που μία φορά τον χρόνο τάραζε το νερό, για να γίνει όποιος πέσει στην κολυμβήθρα πρώτος καλά. Ο παράλυτος ονομαζόταν Ίαρος. Ο Χριστός τον γιατρεύει την ημέρα του Σαββάτου, προκαλώντας το μίσος και την έχθρα των Ιουδαίων. Για κάποιους ο Ίαρος ήταν αυτός που έδωσε το ράπισμα στον Χριστό όταν δικαζόταν ο Κύριος από τον αρχιερέα Καϊάφα. Αυτό όμως δεν φαίνεται ότι ήταν σωστό. Ο Χριστός όμως του ζητά να προσέξει όχι μόνο την σωματική, αλλά και την πνευματική του υγεία, διότι κάθε ασθένεια δεν έχει να κάνει μόνο με την αμαρτία, αλλά έρχεται και ως αποτέλεσμα της αδιαφορίας για την αληθινή ζωή» (από το Συναξάριο μετά την έκτη ωδή του Όρθρου της εορτής)
Όταν ασθενούμε οι άνθρωποι καταφεύγουμε στους γιατρούς, στην ιατρική επιστήμη. Αντιμετωπίζουμε τους γιατρούς ως αυτούς που ξέρουν την αλήθεια για την κατάστασή μας, μπορούν να βρούνε τρόπους να μας επαναφέρουν στην υγεία μας, να αποτρέψουν ή να αναστείλουν τον θάνατο. Ο γιατρός για τον άνθρωπο είναι ένας μικρός σωτήρας. Το ίδιο και τα φάρμακα, τα οποία τα έχουμε ανάγκη ώστε ο οργανισμός μας να έρθει σε ισορροπία και να μπορούμε να ζήσουμε κατά πώς επιθυμούμε.
Υπάρχουν όμως και ασθένειες στις οποίες οι γιατροί μπορούν να λειτουργήσουν κάπως ανακουφιστικά, αλλά δεν είναι τόσο οι γνώσεις που δεν είναι επαρκείς, όσο η κατάσταση του ασθενούς που δεν επιτρέπει σε κανένα φάρμακο να δράσει αποτελεσματικά και να οδηγήσει στην θεραπεία. Οι γιατροί γνωρίζουν, βλέπουν, προβλέπουν, αλλά αισθάνονται και αυτοί ανίσχυροι μπροστά στην δύναμη της ασθένειας, στην φθορά που αυτή επιφέρει στον άνθρωπο. Σηκώνουν τα χέρια ψηλά και, αν πιστεύουν στον Θεό, αφήνουν τα πάντα στο έλεός Του. Νιώθουν τα μέτρα τους, ότι όσο κι αν επιθυμούν, δεν μπορούν να νικήσουν έναν οργανισμό που καταστρέφεται είτε από μόνος του είτε από τον χρόνο είτε από κάποιον αόρατο εχθρό που λέγεται μικρόβιο ή ιός. Και σπουδάζουν μαζί μ’ αυτόν που