ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΔΕΞΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΜΑΣ!

Πέμπτη 23 Απριλίου 2026

Βέρες δεμένες με κόκκινη κλωστή...

Ορεινό χωριό Αρκαδίας, Μάιος 1953

Το Τάμα.

Ο Άη-Γιώργης στεκόταν στην άκρη του χωριού. Πέτρινο ξωκλήσι, μικρό, με καμπάνα που χτυπούσε μόνη της όταν φύσαγε βοριάς. Μέσα, η εικόνα του καβαλάρη με το κοντάρι στο δράκο. Κι από κάτω, στο εικονοστάσι, κρεμασμένα τάματα: ασημένια ματάκια, χεράκια, ποδαράκια, καρδούλες.Ανάμεσά τους, ξεχώριζαν δύο βέρες. Δεμένες με κόκκινη κλωστή. Σκουριασμένες, θαμπές από τα χρόνια.

Η Ιστορία
Ήταν 1947. Εμφύλιος(σ.σ.Συμμοριτοπόλεμος). Το χωριό χωρισμένο στα δύο. Αδερφός δεν μιλούσε σε αδερφό.
Η Μαρία του Καραγιάννη αγαπούσε τον Γιώργη του Μπουκουβάλα. Μπουκουβαλαίοι και Καραγιανναίοι είχαν αίμα αναμεταξύ τους από το 1932. Βεντέτα. Τρεις σκοτωμένοι.
Ο έρωτάς τους ήταν καταδικασμένος. Αν το μάθαιναν οι πατεράδες, θα τους σκότωναν. Αν όχι οι πατεράδες, το χωριό.
Συναντιούνταν κρυφά στο ξωκλήσι. Ο Άη-Γιώργης ήταν ο μόνος μάρτυρας. Εκεί, μπροστά στην εικόνα, αντάλλαξαν όρκους. Δεν είχαν βέρες. Έκοψαν δύο βέργες από κλήμα, τις έπλεξαν σε κύκλο. «Μπροστά στον Άγιο, είσαι άντρας μου», του είπε. «Μπροστά στον Άγιο, είσαι γυναίκα μου», της είπε.

Ο Χωρισμός
Το 1948 τον πήραν φαντάρο τον Γιώργη. Γράμμιτσα. Η Μαρία έμεινε πίσω. Έγκυος.
Όταν γεννήθηκε το παιδί, ο πατέρας της ο Καραγιάννης την έδιωξε. «Πουτάνα. Ντροπή της φαμελιάς». Πήγε στην Αθήνα υπηρέτρια. Το παιδί το άφησε στη μάνα της κρυφά.
Ο Γιώργης γύρισε το 1951. Λαβωμένος στο πόδι. Την έψαξε. Του είπαν «πέθανε στη γέννα». Το πίστεψε.

Το Τάμα
Το 1953, η Μαρία γύρισε. Μετανάστρια από την Αυστραλία, χήρα. Ο άντρας της σκοτώθηκε σε ορυχείο. Είχε λεφτά τώρα. Αγόρασε δύο χρυσές βέρες.
Πήγε νύχτα στον Άη-Γιώργη. Γονάτισε. Άφησε τις βέρες στο εικονοστάσι. Τις έδεσε με κόκκινη κλωστή — κλωστή από το νυφικό που δεν φόρεσε ποτέ.
Και προσευχήθηκε:
«Άη-Γιώργη μου καβαλάρη. Εσύ που σκότωσες τον δράκο. Σκότωσε και τον δράκο του μίσους. Να σμίξω με τον άντρα μου έστω και στον άλλο κόσμο. Αφού σε τούτον δεν μας άφησαν.»
Έφυγε πριν ξημερώσει. Κανείς δεν την είδε.

Η Αντάμωση
Την ίδια βδομάδα, ο Γιώργης πήγε στο ξωκλήσι. Πήγαινε κάθε Κυριακή από τότε που γύρισε. Άναβε κερί στη Μαρία του.
Είδε τις βέρες. Τις γνώρισε. Ήταν ίδιες με αυτές που είχαν ονειρευτεί να αγοράσουν από τον χρυσοχόο της Τρίπολης.
Ρώτησε τον παπά. «Ποιος τις άφησε, παπά;»
«Μια γυναίκα νύχτα. Δεν την γνώρισα. Έκλαιγε.»
Ο Γιώργης κατάλαβε. Έφυγε τρέχοντας. Τη βρήκε στο σπίτι της μάνας της. Κρατούσε το παιδί τους — εξάχρονο αγόρι τώρα. Τον έλεγαν Γιώργη.
Δεν μίλησαν. Δεν χρειαζόταν. Οι βέρες είχαν μιλήσει στον Άη-Γιώργη πρώτα.

Το Σήμερα
Παντρεύτηκαν εκεί. Στον Άη-Γιώργη. Με τις ίδιες βέρες από το τάμα. Ο παπάς τις ευλόγησε ξανά.
Ο Καραγιάννης δεν πήγε στον γάμο. Ο Μπουκουβάλας πήγε. Και μαζί του, όλο το χωριό.
Η βεντέτα έσβησε. Όχι με αίμα. Με δύο βέρες δεμένες με κόκκινη κλωστή.

Οι Βέρες
Μένουν ακόμα εκεί. Στο εικονοστάσι του Άη-Γιώργη. Θαμπές, σκουριασμένες. Κανείς δεν τις πειράζει.
Οι νέοι του χωριού, όταν παντρεύονται, πάνε πρώτα εκεί. Ακουμπάνε τις δικές τους βέρες πάνω στις παλιές για ευλογία.
Γιατί λένε πως ο Άη-Γιώργης σε αυτό το ξωκλήσι δεν σκοτώνει μόνο δράκους.
Σκοτώνει και το μίσος.
Και φυλάει τους όρκους που δόθηκαν με κληματόβεργες, όταν δεν υπήρχαν χρυσάφια.
Φυλάει την αγάπη που περίμενε έξι χρόνια, ένα πόλεμο, και μια ξενιτιά για να σμίξει.
Πάνε ακόμα προσκυνητές. Αφήνουν βέρες όταν ο γάμος τους περνάει κρίση.
Και μερικές φορές, λέει ο παπάς, το πρωί τις βρίσκει λυμένες.
Σαν να τις φόρεσαν ξανά οι άνθρωποι που τις άφησαν.
Σαν να τους έδωσε ο Άγιος μια δεύτερη ευκαιρία.

Δεν υπάρχουν σχόλια: