Αυτό έχει μεγάλη σημασία για τον τρόπο με τον οποίο η Εκκλησία μαρτυρεί την αλήθεια της. Οι Πατέρες δεν φοβήθηκαν να μιλήσουν τη γλώσσα της εποχής τους. Δεν εγκλωβίστηκαν σε έναν εσωτερικό θεολογικό λόγο, που θα ήταν κατανοητός μόνο σε όσους είχαν ήδη κατηχηθεί. Αντίθετα, χρησιμοποίησαν την ορολογία, τα σχήματα σκέψης και τα πολιτισμικά δεδομένα του περιβάλλοντός τους, χωρίς όμως να νοθεύσουν το περιεχόμενο της πίστεως. Έτσι, η χριστιανική απολογία έγινε ταυτόχρονα γέφυρα και μαρτυρία: γέφυρα προς τους μή Ιουδαίους, αλλά και μαρτυρία της ακεραιότητας της αληθείας.
Στο σημείο αυτό η περίπτωση του Προκοπίου είναι ιδιαίτερα εύγλωττη. Ο Ομηρικός στίχος «εἷς βασιλεύς, ᾧ δῶκε Κρόνου πάϊς ἀγκυλομήτεω σκῆπτρόν τ᾽ ἠδέ θέμιστας, ἵνα σφισι βουλεύῃσι»
«Ένας είναι ο βασιλιάς, στον οποίο ο γιος του Κρόνου, ο Δίας, έδωσε το σκήπτρο και τους νόμους, για να άρχει και να κυβερνά αυτούς» (Ιλιάδα Β 204–205), δεν ανήκει, καθεαυτός, στη χριστιανική αποκάλυψη.
Ωστόσο, ο Προκόπιος τον χρησιμοποιεί ως σημείο επαφής με τον παγανιστή συνομιλητή του. Με αυτόν τον τρόπο δείχνει ότι η ελληνική παιδεία δεν είναι εξ ορισμού εχθρική προς το Ευαγγέλιο· μπορεί να λειτουργήσει ως προπαρασκευή, ως χώρος όπου διασώζονται ίχνη αληθείας που ολοκληρώνονται μόνο μέσα στη χριστιανική αποκάλυψη. Η Εκκλησία λοιπόν δεν διστάζει να δανειστεί τη γλώσσα της εποχής, αλλά την νοηματοδοτεί με νέο περιεχόμενο.
Εδώ όμως χρειάζεται και μια σημαντική διάκριση. Υπάρχει, αφ’ ενός, η Πατερική χρήση της ελληνικής κληρονομιάς ως εργαλείου απολογίας και διαλόγου. Υπάρχει, αφ’ ετέρου, η νεότερη τάση ορισμένων ερμηνευτών να υποστηρίζουν ότι τα χριστιανικά δόγματα αποτελούν προϊόν επηρεασμού από τον Όμηρο, τον Πλάτωνα ή τη φιλοσοφία γενικότερα. Αυτή η θέση είναι προβληματική. Τα χριστιανικά δόγματα δεν γεννήθηκαν από την ελληνική σκέψη· προέρχονται από την αποκάλυψη του Υιού και Λόγου του Θεού, ο οποίος ενανθρώπησε, σταυρώθηκε και αναστήθηκε. Η ελληνική φιλοσοφία προσέφερε ορισμένους όρους για τη διατύπωση της πίστεως, όχι όμως το ίδιο το περιεχόμενό της.
Με άλλα λόγια, η ορολογία μπορεί να είναι ελληνική, αλλά το νόημα είναι καινούργιο. Οι Πατέρες δεν πήραν μια έτοιμη φιλοσοφική διδασκαλία και την βάφτισαν χριστιανική. Αντίθετα, χρησιμοποίησαν το διαθέσιμο λεξιλόγιο για να εκφράσουν την αποκάλυψη του Θεού με ακρίβεια και δογματική σαφήνεια. Έτσι, όροι όπως «ουσία», «φύσις», «πρόσωπον» ή «λόγος» δεν έγιναν φορείς μιας ειδωλολατρικής σκέψης, αλλά μεταμορφώθηκαν ώστε να υπηρετήσουν την αλήθεια της Εκκλησίας.
Γι’ αυτό και η απολογία του Προκοπίου έχει διαχρονική σημασία. Δεν μας διδάσκει μόνο κάτι για τη σχέση χριστιανισμού και αρχαιότητας. Μας δείχνει και έναν τρόπο εκκλησιαστικού λόγου που παραμένει επίκαιρος: να μιλούμε στους ανθρώπους εκεί που βρίσκονται, με όρους που μπορούν να κατανοήσουν, χωρίς να εγκαταλείπουμε το βάθος και την καθαρότητα της πίστεως. Η Εκκλησία μαρτυρεί την αλήθεια με τρόπο κατανοητό, ζωντανό και αληθινό.
Mητροπολίτης Χονγκ-Κονγκ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου