«Μοιρολογώ την κουρσεμένη πατρίδα μου, τ’ Αϊβαλί της Μικράς Ασίας και μαζί τη ζεστή φωλιά μου, το υποστατικό που ζούσα αποτραβηγμένος. Ήτανε ένα βραχόβουνο, μια χερσόνησο που μ’ αφήσανε κληρονομιά οι μπαρμπάδες μου· είχανε ζήσει και πεθάνει πάνω κει πάππου προς πάππου, καλόγεροι οι πιο πολλοί …»
Τι να σημειώσω στο χαρτί; Χωρίς να κατρακυλήσει κι ένα ζεματιστό δάκρυ να λιώσει τα ψηφιά; Τ’ όνομά σου; Ή κατά που έπεφτε η αγριεμένη μεριά, που βρισκόσουν μια φορά, απάνου στην απέραντη επιφάνεια της γης; Σα βάζω με το νου τις χρυσές μέρες σου, που χαθήκανε, πιάνεται η κάρδιά μου. Ήτανε όνειρο μαθές; Ήτανε πλάνεμα μαγικό; Τι είναι λοιπόν αυτός ο κόσμος; Ρωτώ ύστερ’ από τόσους και τόσους που το ρωτήσανε. Αγαπημένη γωνιά, Αγαπημένο βουνό …»
Έτσι θρηνεί ο Κόντογλου στο βιβλίο του «Το Αϊβαλί η Πατρίδα μου» για το μέρος που γεννήθηκε και που το έχασε για πάντα διωγμένος και κυνηγημένος. Και πως να μη θρηνεί και να μη μοιρολογείται; «Μα απάν’ απ’ όλα τ’ αγέρι π’ ανάστηνε και πεθαμένον, με κείνη τη μυρουδια της θάλασσας και το γύρο πόβλεπε το μάτι, πανόραμα που πολλοί το ‘πανε Παράδεισο».
Έτσι θρηνεί ο Κόντογλου στο βιβλίο του «Το Αϊβαλί η Πατρίδα μου» για το μέρος που γεννήθηκε και που το έχασε για πάντα διωγμένος και κυνηγημένος. Και πως να μη θρηνεί και να μη μοιρολογείται; «Μα απάν’ απ’ όλα τ’ αγέρι π’ ανάστηνε και πεθαμένον, με κείνη τη μυρουδια της θάλασσας και το γύρο πόβλεπε το μάτι, πανόραμα που πολλοί το ‘πανε Παράδεισο».
Κι έτσι περιγράφει στο ίδιο βιβλίο αυτόν τον χαμένον Παράδεισο …
«Στο χαμοβούνι απάνω στέκεται ένας βράχος θεόρατος,
θεόχτιστος, που άλλος τέτοιος λένε πως δε βρίσκεται σ’ όλη την Ανατολή. Εξόν ότι είναι θεόρατος, είναι και πολύ παράξενος, γιατί έχει στη μέση μια τρύπα σαν καμάρα κι από τη μια μεριά απομένει μονάχα ένα ποδάρι, είδος κολόνα, και απάνου σ΄ εκείνη την κολόνα ζυγιάζεται ούλο το βάρος, που κρέμεται στον αγέρα. Ο κάθε άνθρωπος στέκεται και θαυμάζει κι απορεί πως δεν πέφτει εκείνη η σκουριασμένη σιδερόπετρα, εκατομμύρια καντάρια βάρος και στέκεται κρεμάμενη απάν’ από το κεφάλι του, σκισμένη σε σφήνες από την πολυκαιρία κι από τος σεισμούς, που λες πως την ίδια ώρα θα γκρεμνιστεί, όχι χρόνια και ζαμάνια που στέκεται όπως τη βλέπεις.
Στην κολόνα απάνου είναι κολλημένη η εκκλησιά της Αγίας Παρασκευής, ένα μικρό κλησάκι, Στη ρίζα του βράχου, κατάτο μέρος της Νοτιάς, είναι χτισμένο κάστρο σωστό, με πλήθος καμάρες και κελάρια, επειδή η Αγία Παρασκευή ήτανε υποστατικό κι είχε σύνορα από το Ταλιάνι ίσαμε του Δαιμόνου την Τράπεζα και το λέγανε μοναστήρι, γιατί ήτανε η συνήθεια ένας από το σόγι εκεινών που τ’ ορίζανε να καλογερεύει. Οι Τούρκοι το λέγανε Τασλί Μοναστίρ, δηλαδή Πετρομονάστηρο.
Ακόμα κι αλυκή είχε και πλήθος μαντριά, μα απάν’ απ’ όλα τ’ αγέρι π’ ανάστηνε και πεθαμένον, με κείνη τη μυρουδια της θάλασσας και το γύρο πόβλεπε το μάτι, πανόραμα που πολλοί το ‘πανε Παράδεισο»




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου