Το σημερινό πρωτοσέλιδο της ΕΣΤΙΑΣ προκαλεί εύλογο προβληματισμό.
Εάν οι πληροφορίες που δημοσιεύονται ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, τότε η επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης δεν αποτελεί απλώς ένα εκκλησιαστικό γεγονός. Εντάσσεται σε ένα ευρύτερο γεωπολιτικό παζάρι, στο οποίο εμπλέκονται οι σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών, Τουρκίας και Ελλάδας, ακόμη και ζητήματα όπως η προμήθεια των F-35 και οι ισορροπίες στο ΝΑΤΟ.
Αν αυτό αληθεύει, γεννάται ένα ερώτημα πολύ σοβαρότερο από κάθε διπλωματική σκοπιμότητα: Μπορεί η Εκκλησία να γίνεται αντικείμενο γεωπολιτικής διαπραγμάτευσης;
Η αποστολή της Χάλκης
Η Θεολογική Σχολή της Χάλκης ιδρύθηκε για έναν συγκεκριμένο σκοπό. Να μορφώνει Ορθόδοξους κληρικούς. Να υπηρετεί την Ορθόδοξη θεολογία. Να διαφυλάσσει την αποστολική πίστη.
Δεν ιδρύθηκε ως διεθνές διαθρησκειακό εκπαιδευτικό ίδρυμα ούτε ως πανεπιστήμιο θρησκειολογικών σπουδών. Η ύπαρξή της συνδεόταν άμεσα με τη ζωή της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο πολιτικό
Εφόσον επιβεβαιωθούν οι πληροφορίες ότι η Τουρκία θα έχει τον αποφασιστικό λόγο στη σύνθεση των καθηγητών και των σπουδαστών, ακόμη και με συμμετοχή μουσουλμάνων φοιτητών, τότε γεννάται ένα βαθύ εκκλησιολογικό πρόβλημα.
Μία Ορθόδοξη Ιερατική Σχολή δεν μπορεί να παύσει να έχει ως μοναδικό προορισμό τη διαμόρφωση Ορθόδοξου κλήρου. Η συνύπαρξη διαφορετικών θρησκευτικών προσανατολισμών σε μία σχολή που προετοιμάζει τους μελλοντικούς ποιμένες της Εκκλησίας μεταβάλλει αναπόφευκτα τον χαρακτήρα της.
Δεν πρόκειται για έλλειψη αγάπης προς τους ετεροδόξους ή τους αλλοθρήσκους. Η Ορθόδοξη Εκκλησία πάντοτε συνομιλούσε με όλους. Άλλο όμως ο διάλογος. Και άλλο η αλλοίωση της ταυτότητας ενός εκκλησιαστικού θεσμού.
Η προϋπάρχουσα θεολογική πορεία της Χάλκης
Η συζήτηση αυτή δεν ξεκινά σήμερα.
Εδώ και πολλές δεκαετίες η Χάλκη ταυτίστηκε με τη θεολογική κατεύθυνση του Φαναρίου. Από τα θρανία της αναδείχθηκαν πολλοί σημαντικοί ιεράρχες, μεταξύ των οποίων και ο σημερινός Οικουμενικός Πατριάρχης, οι οποίοι πρωτοστάτησαν στους διαχριστιανικούς διαλόγους και στη συμμετοχή του Οικουμενικού Πατριαρχείου στις οικουμενικές διεργασίες.
Για τους υποστηρικτές αυτής της πορείας, ο διάλογος δικαιολογείται ως ποιμαντική ευθύνη και μαρτυρία της Ορθοδοξίας στον σύγχρονο κόσμο.
Αν αυτό αληθεύει, γεννάται ένα ερώτημα πολύ σοβαρότερο από κάθε διπλωματική σκοπιμότητα: Μπορεί η Εκκλησία να γίνεται αντικείμενο γεωπολιτικής διαπραγμάτευσης;
Η αποστολή της Χάλκης
Η Θεολογική Σχολή της Χάλκης ιδρύθηκε για έναν συγκεκριμένο σκοπό. Να μορφώνει Ορθόδοξους κληρικούς. Να υπηρετεί την Ορθόδοξη θεολογία. Να διαφυλάσσει την αποστολική πίστη.
Δεν ιδρύθηκε ως διεθνές διαθρησκειακό εκπαιδευτικό ίδρυμα ούτε ως πανεπιστήμιο θρησκειολογικών σπουδών. Η ύπαρξή της συνδεόταν άμεσα με τη ζωή της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο πολιτικό
Εφόσον επιβεβαιωθούν οι πληροφορίες ότι η Τουρκία θα έχει τον αποφασιστικό λόγο στη σύνθεση των καθηγητών και των σπουδαστών, ακόμη και με συμμετοχή μουσουλμάνων φοιτητών, τότε γεννάται ένα βαθύ εκκλησιολογικό πρόβλημα.
Μία Ορθόδοξη Ιερατική Σχολή δεν μπορεί να παύσει να έχει ως μοναδικό προορισμό τη διαμόρφωση Ορθόδοξου κλήρου. Η συνύπαρξη διαφορετικών θρησκευτικών προσανατολισμών σε μία σχολή που προετοιμάζει τους μελλοντικούς ποιμένες της Εκκλησίας μεταβάλλει αναπόφευκτα τον χαρακτήρα της.
Δεν πρόκειται για έλλειψη αγάπης προς τους ετεροδόξους ή τους αλλοθρήσκους. Η Ορθόδοξη Εκκλησία πάντοτε συνομιλούσε με όλους. Άλλο όμως ο διάλογος. Και άλλο η αλλοίωση της ταυτότητας ενός εκκλησιαστικού θεσμού.
Η προϋπάρχουσα θεολογική πορεία της Χάλκης
Η συζήτηση αυτή δεν ξεκινά σήμερα.
Εδώ και πολλές δεκαετίες η Χάλκη ταυτίστηκε με τη θεολογική κατεύθυνση του Φαναρίου. Από τα θρανία της αναδείχθηκαν πολλοί σημαντικοί ιεράρχες, μεταξύ των οποίων και ο σημερινός Οικουμενικός Πατριάρχης, οι οποίοι πρωτοστάτησαν στους διαχριστιανικούς διαλόγους και στη συμμετοχή του Οικουμενικού Πατριαρχείου στις οικουμενικές διεργασίες.
Για τους υποστηρικτές αυτής της πορείας, ο διάλογος δικαιολογείται ως ποιμαντική ευθύνη και μαρτυρία της Ορθοδοξίας στον σύγχρονο κόσμο.
Για πολλούς όμως ακραιφνείς ορθοδόξους ιεράρχες, αγιορείτες μοναχούς, κληρικούς και θεολόγους, η πορεία αυτή συνιστά σοβαρή εκκλησιολογική παρέκκλιση. Θεωρούν τον σύγχρονο οικουμενισμό ασυμβίβαστο με την ορθόδοξη αυτοσυνειδησία και τον χαρακτηρίζουν ως πνευματικό κίνδυνο για την Εκκλησία. Πολυσέβαστοι Γέροντες, άγιοι στη συνείδηση του λαού, αλλά και επώνυμοι Άγιοι της Εκκλησίας, όπως ο Ιουστίνος Πόποβιτς και ο Αγιορείτης Παΐσιος, έχουν χαρακτηρίσει ο πρώτος τον οικουμενισμό ως παναίρεση, ενώ ο δεύτερος έλεγξε αυστηρά τον Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα για τις φιλενωτικές κινήσεις του.
Δεν είναι τυχαίο ότι μέσα σε αυτούς τους κύκλους διατυπώθηκε επανειλημμένα η άποψη ότι το κλείσιμο της Σχολής το 1971 υπήρξε, κατά παραχώρηση Θεού, ένα γεγονός που ανέκοψε την περαιτέρω διάδοση αυτής της θεολογικής κατεύθυνσης.
Είτε συμμερίζεται κανείς είτε απορρίπτει αυτή την ερμηνεία, δεν μπορεί να αγνοήσει ότι εκφράζει μία υπαρκτή και διαχρονική ευαισθησία μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Ότι είναι ένα σοβαρό πρόβλημα που διχάζει κλήρο και λαό.
Οικουμενικότητα δεν σημαίνει οικουμενισμός
Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι πράγματι οικουμενική. Απευθύνεται σε όλους τους ανθρώπους. Δεν γνωρίζει φυλετικά ή εθνικά σύνορα.
Αυτό όμως δεν ταυτίζεται με τον σύγχρονο οικουμενισμό, ο οποίος αντιμετωπίζεται από πολλούς ορθόδοξους θεολόγους και μοναχούς ως θεολογική εκτροπή, ακόμα και αίρεση, επειδή τείνει να σχετικοποιήσει την αποκλειστικότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας ως της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.
Η διαφορά αυτή είναι θεμελιώδης. Η οικουμενικότητα είναι ιδιότητα της Εκκλησίας. Ο οικουμενισμός είναι μία συγκεκριμένη θεολογική αντίληψη, η οποία αποτελεί αντικείμενο έντονης αντιπαράθεσης εντός της Ορθοδοξίας.
Αν προστεθεί τώρα και το διαθρησκειακό στοιχείο...
Εάν, πέρα από την ήδη υπάρχουσα οικουμενιστική κατεύθυνση που της αποδίδουν οι επικριτές της, η νέα Χάλκη αποκτήσει και διαθρησκειακή δομή, με επιλογές προσωπικού και σπουδαστών υπό την καθοριστική επιρροή του τουρκικού κράτους, τότε το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο επιτακτικό: Θα πρόκειται ακόμη για Ορθόδοξη Θεολογική Σχολή;
Ή για ένα νέο ίδρυμα θρησκευτικών σπουδών, προσαρμοσμένο στις ανάγκες της σύγχρονης γεωπολιτικής;
Η Εκκλησία δεν μπορεί να γίνει αντάλλαγμα
Η επαναλειτουργία της Χάλκης θα μπορούσε να αποτελέσει μεγάλη ευλογία. Μόνον όμως εφόσον διασφαλίζεται πλήρως ο ορθόδοξος χαρακτήρας της, η ελευθερία της Εκκλησίας και η ανεξαρτησία της από κρατικές και γεωπολιτικές σκοπιμότητες.
Εάν, αντιθέτως, χρησιμοποιείται ως διαπραγματευτικό χαρτί μεταξύ κρατών ή ως εργαλείο προώθησης ενός νέου διαθρησκειακού μοντέλου, τότε το ζήτημα δεν είναι πλέον η επαναλειτουργία μιας σχολής. Είναι η αλλοίωση της αποστολής της.
Και ίσως τότε το πραγματικό ερώτημα να μην είναι «να ανοίξει ή να μην ανοίξει η Χάλκη», αλλά «ποια Χάλκη πρόκειται να ανοίξει».
Γιατί η Εκκλησία έχει ανάγκη από σχολές που θα αναδεικνύουν αγίους και ορθόδοξους ποιμένες· όχι από ιδρύματα που, όσο σημαντικό κι αν είναι το ιστορικό τους όνομα, θα υπηρετούν πρωτίστως τις επιδιώξεις της διεθνούς πολιτικής.
Δεν είναι τυχαίο ότι μέσα σε αυτούς τους κύκλους διατυπώθηκε επανειλημμένα η άποψη ότι το κλείσιμο της Σχολής το 1971 υπήρξε, κατά παραχώρηση Θεού, ένα γεγονός που ανέκοψε την περαιτέρω διάδοση αυτής της θεολογικής κατεύθυνσης.
Είτε συμμερίζεται κανείς είτε απορρίπτει αυτή την ερμηνεία, δεν μπορεί να αγνοήσει ότι εκφράζει μία υπαρκτή και διαχρονική ευαισθησία μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Ότι είναι ένα σοβαρό πρόβλημα που διχάζει κλήρο και λαό.
Οικουμενικότητα δεν σημαίνει οικουμενισμός
Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι πράγματι οικουμενική. Απευθύνεται σε όλους τους ανθρώπους. Δεν γνωρίζει φυλετικά ή εθνικά σύνορα.
Αυτό όμως δεν ταυτίζεται με τον σύγχρονο οικουμενισμό, ο οποίος αντιμετωπίζεται από πολλούς ορθόδοξους θεολόγους και μοναχούς ως θεολογική εκτροπή, ακόμα και αίρεση, επειδή τείνει να σχετικοποιήσει την αποκλειστικότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας ως της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.
Η διαφορά αυτή είναι θεμελιώδης. Η οικουμενικότητα είναι ιδιότητα της Εκκλησίας. Ο οικουμενισμός είναι μία συγκεκριμένη θεολογική αντίληψη, η οποία αποτελεί αντικείμενο έντονης αντιπαράθεσης εντός της Ορθοδοξίας.
Αν προστεθεί τώρα και το διαθρησκειακό στοιχείο...
Εάν, πέρα από την ήδη υπάρχουσα οικουμενιστική κατεύθυνση που της αποδίδουν οι επικριτές της, η νέα Χάλκη αποκτήσει και διαθρησκειακή δομή, με επιλογές προσωπικού και σπουδαστών υπό την καθοριστική επιρροή του τουρκικού κράτους, τότε το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο επιτακτικό: Θα πρόκειται ακόμη για Ορθόδοξη Θεολογική Σχολή;
Ή για ένα νέο ίδρυμα θρησκευτικών σπουδών, προσαρμοσμένο στις ανάγκες της σύγχρονης γεωπολιτικής;
Η Εκκλησία δεν μπορεί να γίνει αντάλλαγμα
Η επαναλειτουργία της Χάλκης θα μπορούσε να αποτελέσει μεγάλη ευλογία. Μόνον όμως εφόσον διασφαλίζεται πλήρως ο ορθόδοξος χαρακτήρας της, η ελευθερία της Εκκλησίας και η ανεξαρτησία της από κρατικές και γεωπολιτικές σκοπιμότητες.
Εάν, αντιθέτως, χρησιμοποιείται ως διαπραγματευτικό χαρτί μεταξύ κρατών ή ως εργαλείο προώθησης ενός νέου διαθρησκειακού μοντέλου, τότε το ζήτημα δεν είναι πλέον η επαναλειτουργία μιας σχολής. Είναι η αλλοίωση της αποστολής της.
Και ίσως τότε το πραγματικό ερώτημα να μην είναι «να ανοίξει ή να μην ανοίξει η Χάλκη», αλλά «ποια Χάλκη πρόκειται να ανοίξει».
Γιατί η Εκκλησία έχει ανάγκη από σχολές που θα αναδεικνύουν αγίους και ορθόδοξους ποιμένες· όχι από ιδρύματα που, όσο σημαντικό κι αν είναι το ιστορικό τους όνομα, θα υπηρετούν πρωτίστως τις επιδιώξεις της διεθνούς πολιτικής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου