«Ο Φαρισαίος σταθείς προς εαυτόν ταύτα προσηύχετο· Ο Θεός, ευχαριστώ σοι ότι ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί, ή και ως ούτος ο τελώνης· νηστεύω δις του Σαββάτου, αποδεκατώ πάντα όσα κτώμαι». Ο Φαρισαίος στάθηκε επιδεικτικά, για να προκαλεί εντύπωση, κι έλεγε τα εξής λόγια στην προσευχή του: Θεέ μου, σ’ ευχαριστώ γιατί δεν είμαι σαν τους άλλους ανθρώπους που είναι άρπαγες, άδικοι, μοιχοί ή και σαν αυτόν εδώ τον τελώνη. Εγώ τηρώ κατά γράμμα το νόμο, νηστεύω δυο φορές την εβδομάδα και δίνω ελεημοσύνη το ένα δέκατο απ’ όλα όσα κερδίζω.
Ο Φαρισαίος στάθηκε μπροστά ακριβώς από το ιερό. Ήταν συνήθεια των Φαρισαίων να κάθονται στην πρώτη θέση. Το ότι ο Φαρισαίος καθόταν στην πρώτη θέση, φαίνεται κι από το γεγονός πως ο τελώνης έστεκε «μακρόθεν». Η υπερηφάνεια του Φαρισαίου κι η σιγουριά του πως ήταν δίκαιος, δηλαδή πνευματικά υγιής, ήταν τέτοια, ώστε δεν απαίτησε την πρώτη θέση μόνο από τους ανθρώπους, για να τον βλέπουν όλοι, αλλά κι από το Θεό. Την απαιτούσε όχι μόνο όταν συμμετείχε σε γεύματα και σε συναθροίσεις, μα ακόμα και στο ναό, την ώρα της προσευχής. Αυτό από μόνο του είναι αρκετό για να δείξει πόσο άρρωστος ήταν πνευματικά ο Φαρισαίος, πόσο η αρρώστια της αδικίας και της αλαζονείας τον είχαν διαφθείρει.
Γιατί λέει προς εαυτόν ταύτα προσηύχετο; Γιατί δεν προσευχόταν δυνατά; Επειδή ο Θεός ακούει πιο προσεχτικά αυτά που η καρδιά λέει, όχι όσα προφέρουν τα χείλη. Αυτά που σκέφτεται κι αυτά που αισθάνεται ο άνθρωπος την ώρα που προσεύχεται έχουν περισσότερη σημασία για το Θεό από τα λόγια που προφέρει η γλώσσα. Η γλώσσα μπορεί να εξαπατήσει, η καρδιά όμως όχι. Αυτή φανερώνει καθαρά πώς είναι ο άνθρωπος μέσα του, αν είναι μαύρος ή άσπρος, αν είναι ειλικρινής ή υποκριτής.
Ο Θεός, ευχαριστώ σοι ότι ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων. Ένας αμαρτωλός άνθρωπος τολμά να το πει αυτό στην εκκλησία, μπροστά στο Θεό! Τι είναι η Εκκλησία; Δεν είναι ο χώρος όπου οι άρρωστοι συναντούν το γιατρό τους; Εκείνοι που είναι άρρωστοι πνευματικά, αμαρτωλοί, πηγαίνουν εκεί για να εξομολογηθούν την αρρώστια τους στο Θεό, το γιατρό. Ν’ αναζητήσουν τη θεραπεία τους από Εκείνον που είναι ο αληθινός γιατρός για όλες τις αρρώστιες, για όλα τα βάσανα των ανθρώπων, που είναι ο χορηγός όλων των αγαθών.
Στο νοσοκομείο δεν πηγαίνουν οι υγιείς, για να καυχηθούν στο γιατρό πόσο καλή υγεία έχουν. Ο Φαρισαίος αυτός όμως δεν πήγε στο ναό απόλυτα υγιής ψυχικά, για να κομπάσει για την υγεία του. Αυτός ήταν σοβαρά άρρωστος, υπόφερε από την αρρώστια της αδικίας και της αλαζονείας. Στον πυρετό της αρρώστιας του αυτής όμως δεν καταλάβαινε πόσο σοβαρά άρρωστος ήταν.
Κάποτε επισκέφτηκα ένα ψυχιατρείο. Ο γιατρός με οδήγησε μπροστά από ένα συρμάτινο πλέγμα, κατά μήκος του δωματίου του πιο σοβαρά άρρωστου από τους ασθενείς του.
«Πώς αισθάνεσαι;», τον ρώτησα.
Κι εκείνος μου απάντησε αμέσως: «Πώς νομίζεις ότι μπορώ να αισθάνομαι, ανάμεσα σ’ όλους αυτούς τους τρελούς;».
Τι έλεγε ο Φαρισαίος; Ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμί ὥσπερ οἱ λοιποί τῶν ἀνθρώπων. Στη πραγματικότητα δεν ευχαριστεί το Θεό επειδή αναγνωρίζει ότι σ’ Εκείνον οφείλεται το ότι δεν είναι σαν τους άλλους ανθρώπους. Όχι. Τα λόγια ''Ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι'', δεν είναι τίποτ’ άλλο από ένα θαυμασμό, μια αυτοεγκωμιαστική προσέγγισή του στο Θεό, ώστε Εκείνος ν’ ακούσει την κομπορρημοσύνη του.
Τι έλεγε ο Φαρισαίος; Ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμί ὥσπερ οἱ λοιποί τῶν ἀνθρώπων. Στη πραγματικότητα δεν ευχαριστεί το Θεό επειδή αναγνωρίζει ότι σ’ Εκείνον οφείλεται το ότι δεν είναι σαν τους άλλους ανθρώπους. Όχι. Τα λόγια ''Ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι'', δεν είναι τίποτ’ άλλο από ένα θαυμασμό, μια αυτοεγκωμιαστική προσέγγισή του στο Θεό, ώστε Εκείνος ν’ ακούσει την κομπορρημοσύνη του.
Απ’ όλα όσα λέει, προκύπτει πως δεν ευχαριστεί το Θεό για τίποτα. Αντίθετα, βλασφημεί το Θεό, με το να βλασφημεί όλη την υπόλοιπη δημιουργία Του. Για τίποτα δεν ευχαριστεί το Θεό. Όσα λέει για τον εαυτό του τ’ αποδίδει σε δικές του ενέργειες, στα κατορθώματα που μόνος αυτός πέτυχε, χωρίς τη βοήθεια του Θεού. Δε θα πει σε καμιά περίπτωση πως δεν είναι άρπαγας, άδικος μοιχός ή τελώνης επειδή ο Θεός τον προφύλαξε από τις αμαρτίες και τα πάθη αυτά με τη δύναμη και το έλεός Του. Είναι αυτός που είναι, επειδή ο ίδιος αποτιμά έτσι τον εαυτό του, δηλαδή έναν άξιο άνθρωπο με εξαιρετικό χαρακτήρα, που δεν έχει το ταίρι του σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Αυτός ο εξαιρετικός χαρακτήρας κάνει προσπάθειες και θυσίες για να διατηρηθεί στο υψηλό αυτό επίπεδο, ψηλότερα απ’ όλους τους άλλους ανθρώπους. Αυτό θέλει να πει όταν κομπάζει πως νηστεύει δυο φορές την εβδομάδα και δίνει το δέκατο απ’ όλα όσα κερδίζει.
Ο Φαρισαίος με την προσευχή του δεν πέτυχε τον επιδιωκόμενο σκοπό. Δεν αποκάλυψε το κάλλος της ψυχής του, αλλά την ασχήμια της. Δε φανέρωσε την υγεία του, αλλά την αρρώστια. Ο Χριστός θέλησε με την παραβολή αυτή να μας δείξει πως, όχι μόνο ο συγκεκριμένος Φαρισαίος, αλλά το σύνολο των Φαρισαίων εκείνη την εποχή ήθελε να εξουσιάζει τον ισραηλιτικό λαό. Θέλησε με την παραβολή Του ο Κύριος να μας δείξει πως η διεστραμμένη ευσέβεια κι ο πλανεμένος φαρισαϊσμός ανήκουν και σε μας, σε όλες τις γενιές των χριστιανών μέχρι τις μέρες μας.
Δεν υπάρχουν σήμερα ανάμεσά μας χριστιανοί που προσεύχονται στο Θεό με τον ίδιο τρόπο, όπως ο Φαρισαίος; Δεν είναι πολλοί αυτοί που αρχίζουν την προσευχή τους με κατηγορίες και μομφές κατά του πλησίον τους και τελειώνουν με αυτοεγκωμιασμούς; Δεν είναι πολλοί εκείνοι που στέκονται μπροστά στο Θεό ως δανειστές μπροστά στον οφειλέτη τους; Δε λένε πολλοί από μας, «Θεέ μου, εγώ νηστεύω, πηγαίνω στην εκκλησία, πληρώνω τους φόρους μου, κάνω δωρεές στην εκκλησία· δεν είμαι σαν τους άλλους ανθρώπους εγώ, σαν τους άρπαγες και τους συκοφάντες, σαν τους άπιστους και τους μοιχούς. Αυτοί με στεναχωρούν εμένα. Εσύ, τι κάνεις, Θεέ μου; Γιατί δεν τους αφανίζεις αυτούς, γιατί δεν επιβραβεύεις εμένα για όλ’ αυτά που κάνω για Σένα; Δε βλέπεις, Θεέ, πόσο αγνή είναι η καρδιά μου, πόσο υγιής είναι η ψυχή μου;»
Πρέπει να ξέρεις πως, όπως λέει ο όσιος Μάξιμος, «ο Θεός δεν μπορεί να σε εξαπατήσει, μα ούτε και συ Εκείνον. Όλοι κάνουν το σταυρό τους, μα δεν προσεύχονται όλοι».
Ο Φαρισαίος είναι «Αβραάμ ως προς τη γενειάδα του, μα Χαμ ως προς τα έργα του».(σεβάσμιο παρουσιαστικό, αναιδείς πράξεις)
Μ’ αυτόν τον τρόπο μιλάνε οι Φαρισαίοι. Κι ο Θεός τους ακούει και τους στέλνει πίσω κενούς, άδειους.
Τους απαντά: «Δεν αναγνωρίζω την περιγραφή που κάνετε στον εαυτό σας». Στην τελική κρίση θα τους πει: «Οὐκ οἶδα ὑμᾶς». Δεν σας ξέρω. Ο Θεός δεν αναγνωρίζει τους φίλους Του από τα λόγια τους, αλλ’ από τις καρδιές τους. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που δεν εκτιμά τη συκιά από τα φύλλα της, αλλ’ από τους καρπούς της.
(Πηγή: «Καιρός Μετανοίας» Ομιλίες Β’, Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Επιμέλεια – Μετάφραση – Κεντρική διάθεση: Πέτρος Μπότσης)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου